Εφημερίδα    ΠΑΤΡΙΣ   Ηρακλειου Κρήτης 20/12/2010

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ
 

Τα πειράγματα των Κρητών επαναστατών στην αναμονή της εισβολής του Ομέρ στα Σφακιά το 1867


 
Εντυπωσιασμένος ο ποιητής του «Ύμνου της Κρήτης» και εθελοντής στον αγώνα Γ. Παράσχος, δημοσίευσε το 1881 ένα εξαιρετικό κείμενο για την ατμόσφαιρα στο στρατόπεδο των αγωνιστών

Η ζωή των Κρητών του 19ου αιώνα ήταν ένας διαρκής πόλεμος. Τι να έκαναν, άλλωστε, μια ζωή μέσα στη σκλαβιά; Κι η αναμονή της μάχης ήταν η διασκέδασή τους. Περίμεναν τον εχθρό, γνωρίζοντας ότι μαζί του μπορεί να ερχόταν ο θάνατος, αλλά εκείνοι βίωναν τις ώρες της αναμονής σα να ήταν σε γλέντι, σε διασκέδαση. Το στοιχείο αυτό, αν μη τι άλλο, δείχνει την παλικαριά των αγωνιστών, το αποφασιστικό και ατρόμητο του χαρακτήρα τους, που εντυπωσίαζε ακόμη και τους συμμαχητές τους από την υπόλοιπη Ελλάδα. Εκείνους τους επίσης αποφασισμένους, που έρχονταν για να πεθάνουν στο όνομα της ελευθερίας της σκλαβωμένης Κρήτης.

Το κλίμα της αναμονής πριν από τέτοια μάχη, με έναν σκληρό κι απάνθρωπο αντίπαλο, όπως ήταν ο Ομέρ πασάς, μας μεταφέρει το κείμενο ενός από τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές του 19ου αιώνα, του Γεωργίου Παράσχου. Ο ίδιος γράφει ως εθελοντής στον κρητικό αγώνα1886-69, αν και τέτοιο στοιχείο για τη ζωή του δεν ήταν γνωστό.

Ο Γεώργιος Παράσχος, όπως αναφέρει, βρέθηκε τον Μάιο του 1867 σε επαναστατικό στρατόπεδο στα Λευκά Όρη. Εκεί όπου βρίσκονταν μαζεμένοι οι επαναστάτες από τα Σφακιά, το Σέλινο, ταʼ Ανώγεια, αναμένοντας την επίθεση του Ομέρ. Η αγωνιστική ατμόσφαιρα, αλλά και τα πειράγματα ανάμεσα στους επαναστάτες τον εντυπωσιάζουν. Το κλίμα στο στρατόπεδο Κρητών και εθελοντών δεν μοιάζει σαν αυτό πριν μια μεγάλη μάχη. Οι άνθρωποι δεν δείχνουν καν να νοιάζονται για το τι μπορεί να συμβεί στους ίδιους μετά από λίγο. Μπαρουτοκαπνισμένοι, έμπειροι, χαίρονται την αναμονή του πολέμου. Και χαίρονται ακόμη περισσότερο γιατί μπορεί να πεθάνουν για τα ιδανικά τους, για τη λευτεριά της σκλαβωμένης πατρίδας.

Το πολύ χαρακτηριστικό, για την ατμόσφαιρα στην επαναστατημένη Κρήτη, λίγους μήνες μετά την εθελοθυσία του Αρκαδίου, κείμενο του Γεωργίου Παράσχου δημοσίευσε 14 χρόνια αργότερα, το 1881, το φιλολογικό περιοδικό της Αθήνας «Ποικίλη Στοά». Το κείμενο με τον τίτλο «Στρατοπέδου σκηνογραφίαι» εντόπισε ο κ. Νίκος Κ. Μανιουδάκης, από την Αλικαρνασσό, και μας το έθεσε υπόψη.



Ο ποιητής του «Ύμνου της Κρήτης»

Ο Γεώργιος Παράσχος (το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Νασάκης ή Νασίκογλου) ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός ενός άλλου μεγάλου ποιητή, του Αχιλλέα Παράσχου. Είχε γεννηθεί το 1822 στη Χίο, απʼ όπου καταγόταν η οικογένειά του. Στη μεγάλη σφαγή εκείνης της χρονιάς, από τους Τούρκους, έχασε δύο αδελφές και μετά τα δραματικά γεγονότα οι γονείς του τον πήραν κι έφυγαν για το Ναύπλιο, όπου γεννήθηκε αργότερα ο Αχιλλέας. Ο πατέρας του συνέχισε να πολεμάει με τον Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά μέχρι το τέλος του αγώνα. Τραυματίστηκε μετά την απελευθέρωση τιμήθηκε με μετάλλιο.

Ο Γ. Παράσχος διδάχτηκε τα Ελληνικά και τα Γαλλικά γράμματα από τον Λεόντιο στο Ναύπλιο και τον Γεννάδιο στην Αθήνα. Στα νεανικά του χρόνια εξέδωσε την εφημερίδα Νίκη, και επιδόθηκε με την δημοσιογραφία και την ποίηση, ενώ δούλεψε για ένα διάστημα κοντά στον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη, ως γραμματέας του, και επί 35 χρόνια στη βουλή, ως πρακτικογράφος και διευθυντής της. Τα ποιητικά έργα του αντανακλούν τον έντονο πατριωτισμό του. Διακρίθηκε σε διαγωνισμό του υπουργείου Στρατιωτικών το 1865 για τη σύνθεση θουρίων προς εκτέλεσή τους από τους Ελληνες στρατιώτες. Τέτοια ποιήματά του είναι το Εωθινόν, Ο σκοπός, Ο Εθνοφύλαξ και άλλα, ενώ ο Παράσχος έγραψε επίσης το δράμα Ο Ολυμπιονίκης και μετέφρασε τον Ερνάνη του Ουγκώ. Προς το τέλος της ζωής του ξεκίνησε να μεταφράζει την Ιλιάδα του Ομήρου, έργο που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, το επαίνεσε όμως ο Παλαμάς. Τα έργα του δε δημοσιεύτηκαν σε συγκεντρωτική έκδοση, υπάρχουν σκόρπια σε περιοδικά και εφημερίδες.

Είναι ο ποιητής του «Ύμνου της Κρήτης», του γνωστού ριζίτικου «Από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη», που έγινε σύμβολο στους κρητικούς αγώνες 1895-1898, ενώ με την εγκατάσταση του πολιτεύματος της Κρητικής Πολιτείας, τον Δεκέμβριο του 1898, το ποίημά του προτάθηκε να είναι ο επίσημος ύμνος του νησιού.

Πέθανε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου1886, λίγους μήνες μετά την αποχώρησή του από την υπηρεσία της βουλής, γεγονός που θα πρέπει να του στοίχησε ψυχολογικά, σύμφωνα με τα όσα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Άστυ», λίγο καιρό μετά το θάνατό του.

Αλέκος Α. Ανδρικάκης

 

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑΙ: (Ως από μέρους εθελοντού Ελληνος εν Κρήτη κατά τον Μάϊον του 1867)
 

Εαν ο πόλεμος είναι σκληρά ανάγκη, ήν παρακολουθεί ερήμωσις και σφαγή, έχει όμως, εκτός του φυσικού αυτού μεγαλείου, και επεισόδια και σκηνάς αξίας της γραφίδος του Σύη. Την ώραν ταύτην ίσταμαι παρά την οφρύν των Λευκών Ορέων, κάτωθεν πλατάνου υψινεφούς, τριγύρω μου έχων χιόνα και άνωθέν μου τον αετόν. Εις τον μανδύαν μου τυλιγμένος, μένω παρά την λόγχην μου γρηγορών, εν ώ πληθύς αστέρων συναγρυπνεί μαζή μου εις τον αιθέρα και χιλιάδες πυρών σελαγίζουσι πανταχόθεν εκ του ελληνικού στρατοπέδου. Θέλεις να λάβης ιδέαν τινα του στρατοπέδου τούτου; Ελθέ, θέλω σε ξεναγήσει ασμένως.

Βλέπεις την δεξιόθεν εκτεινομένην φάραγγα, εις ήν μυρία διαλάμπουσι φώτα; Τα φώτα ταύτα έχουν απόρρητόν τι ιδανικόν· δεν είναι ούτε φώτα στερεοτύπως μαρμαίροντα, ως εις τας τελευταίας σας εν ταις Αθήναις, ούτε σκιαύγεια πρωϊνή παρά τας κορυφάς μειδιώσα. Είναι γλυκύ τι κράμα φωτός και σκότους, σύμπλεγμα χιλιάδων πυρών, ποικίλως τεμνομένων, συσταυρουμένων, παιζόντων με τα φύλλα και χανομένων. Είναι παλίρροιά τις φωτός ιδιότροπος, είναι η φιλαρέσκεια χιλίων σπινθηρισμών, ήτις υπό σκιάδας χιλίας τεμνομένη, χιλίους μεταβάλλει χρωματισμούς, ως μυστική τις μοίρα να μειδιά, ή κόσμος τις μυθώδης να σε κυκλόνη! Εκ του γλυκού συνάμα και ανδρικού άσματος·

“Εγώμαι Σφακιανό παιδί,

χαράτσι δεν πλερόνω,

Και σα με παρασφίξουνε

σταις ράχαις μαδαρόνω*”

* Γνήσιοι κρητικοί στίχοι, του συρμού τότε παρά τοις επαναστάταις καταλαμβάνει τις ότι ευρίσκεται εις στράτευμα Σφακιανών, και τα απόρρητα εκείνα πυρά φωτίζουσι τας σκηνάς των, αίτινες είναι σύμπλεγμα μύρτου και ροδοδάφνης, τόσαι ανθοστεφείς φωλεαί, είς άς μονάζουσι λέοντες και σπινθηροβολούν όπλα! Θέλεις να τους ιδώμεν ολίγον;... Ιδέ εις την σκηνήν εκείνην κείνται εξηπλωμένοι ως τόσοι πλάτανοι παραπλεύρως, εδώ οι εύζωνοι των Σφακίων· εκεί οι αθλητές του Σελίνου· ολίγον κατωτέρω το ιππικόν της Κρήτης, όπως τους ονομάζομεν, οι Ανωγειανοί. Αυτοί εκεί κτενίζουν αυταρέσκως την κόμην των, ως νέοι Σπαρτιάται, διότι θέλουν έχει, ως λέγουν, πανήγυριν, θα πολεμήσωσιν αύριον· οι άλλοι καθαρίζουν τα όπλα, προς ά συναμιλλάται το φλογερόν βλέμμα των· εκείνοι προκαλούνται εις άμιλλαν, τίς θα πρωτοπηδήση μέσʼ στα σκυλιά, και κατωτέρω οι άλλοι την λύραν παίζοντες νωχελώς, επαναλέγουν το προσφιλές άσμα των·

“Εδά καλώς μας ώρισε

τʼ Ομέρ πασσά τʼ ασκέρι,

Σπαθιά και άτια τούρκικα

χαράτσι να μας φέρη”.

Ας στρέψωμεν ήδη εις το αντίθετον μέρος· η αυτή θέα, το αυτό φωτογράφημα, αι αυταί από μύρτον και δάφνην σκιάδες, πλήν σιωπή επικρατεί βαθυτέρα, και μόνον διακρίνεις της νυκτοφυλακής το Τις εί! Φωνή τις νεαρά μόνον, ως αργυράς κιθάρας, ηχεί ενίοτε σιγαλή, και διακρίνεις σκοπόν τινα της Τραβιάτας ή το εξ Αθηνών άσμα·

“Ξυπνάτε με την σάλπιγγα, ξυπνάτε με τʼ αηδόνι”.

Ελθέ· το μέρος τούτο έχει τι σχετικόν μετά σου· είσαι εις το στρατόπεδον των εθελοντών! Εδώ θα συναντήσης πολλούς γνωρίμους σου και οικείους, πλην και ματαίως ίσως θέλεις αναζητήσει πολλούς εξ αυτών... Ιδέ τας νεαράς αυτάς φυσιογνωμίας· ωχραί εν μέρει και ασθενείς, έχουν την αστραπήν εις το βλέμμα και το μειδίαμα εις τα χείλη, εις δε τα βάθη των καρδιών πλημμύραν αισθημάτων αγνώστων. Αυτός εκεί, φαιδρός και εύχαρις νεανίας, ζητεί να περιρράψη μανδύαν, και σχολιάζων την θέσιν του κινεί τον γέλωτα των συντρόφων· ο άλλος, εις το φως εστραμμένος, αναγινώσκει επιστολήν τινα· είναιτ ο γράψιμον της μητρός του και την εναποθέτει επί του στήθους ως θώρακα προς τας σφαίρας. Παίζουν εκείνοι εις σπαθασκίαν ή άλλο τι γυμναζόμενοι, και κατωτέρω, εις κύκλον ένδακρυν μαχητών, είς τούτων περιγράφει την μοίραν την πικράν του Πραΐδου, ή την ηρωϊκήν του Χαριλάου μας πτώσιν, εν ώ θολά τα βλέμματα εξαστράπτουν, ως όρκος τις να δίδεται μυστικός... Συνδιαλέγονται εκεί κάτω· άς τους ακούσωμεν επʼ ολίγον.

- Και είναι Ευρωπαίος, ο δείλαιος!

- Αλλά και εξωμότης προ πάντων.

- Πώς! το ηγνόεις; Εκαυσε πάλιν επτά χωρία, Δημήτριε.

- Εδενδροτόμησεν ελαιώνας.

- Εκαυσε ναούς του Υψίστου.

- Διέφθειρε παρθένους.

- Ετύφλωσεν οκτώ γέροντας.

- Εσφαξε βρέφη επί του μητρικού στήθους· έρριψεν άλλα εις την πυράν.

- Και η Ευρώπη ανέχεται θεατής!... και η διπλωματία θέλει σκεφθή... Αλλοίμονον εις τους προσμένοντας από ξένους!

- Εκείνοι έχουν τας πανηγύρεις των, και θέλεις να σκεφθούν δια βρέφη;

- Ναι, έχεις δίκαιον, Λεωνίδα· πλην θα σκεφθώσιν, ελπίζω, εν όσω είς βραχίων κινείται και είς υπάρχει βράχος, υφʼ όν να πέσωμεν πολεμούντες...

Πλην σάλπιγξ αντηχεί αιφνιδίως, και με το λυκαυγές της πρωΐας φαιδροί εγείρονται πανταχόθεν και συνενούνται τα δύω στρατόπεδα, εν ώ ακούεται κάπου, κάπου·

“Ξυπνούν τα εύζωνα παιδιά, και στης αυγής τα φώτα

Την όψι βρέχουν με νερό·

Καλημερίζουν το σταυρό

Και τη σημαία πρώτα”.

Πλην στρέψε δεξιά προς τον σχοίνον! Τρεις τέσσαρες ομού Κρήτες τείνουν την ακοήν προς τα κάτω. Προσέχουν ερωτώντες το έδαφος, και μετʼ ολίγον αναπηδούν, “έρχεται  ο Ανωγειανός” εκφωνούντες, και Ανωγειανόν ονομάζουν το ζωηφόρον Αρκάδι, το ταχυπόρον αυτού προς την ωκυποδίαν των Ανωγειανών παραβάλλοντες. Φαιδρότης τότε και ενθουσιασμός ηλεκτρίζει τας ψυχάς όλων, και προς την θάλασσαν σπεύδοντες “ζήτω η μάνα μας!” εκφωνούσι. Και επειδή ο λόγος περί Αρκαδίου, εν παρενθέσει ειρήσω, ότι ευάριθμοί τινες καλοί Τούρκοι, ουχί βεβαίως ως ο ανόσιος εξωμότης, αποκαλούσιν αυτό “Αλλάχ-Βαπόρ” ήτοι Θεόσδοτον ατμόπλουν, ως διατρέφον τους ασθενείς και απηλπισμένους· οι δε λοιποοί “Αρκαντάς σεϊτάν-Πανεληντήν” ήτοι σύντροφον του Διαβολο-πανελληνίου, καθʼ ού φρενητιώσιν εκ λύσσης.

- Αλλʼ ιδέ κατωτέρω εκείνον τον Σφακιανόν, όστις πλησίον μένει της ημιόνου του θωπεύουν ελαφρώς τα πλευρά της.

- Καπετάν Γιάννη, αναβοά προς αυτόν είς εκ των Ανωγείων πετρίτης, εν ω πλησίον ίσταται η καλλιβλέφαρος αυτού κόρη· μʼ αρέσει το μουλάρι σου στο Θεό μου!

- Κʼ εμένα η γλυκειά συντροφιά σου.

- Εδά στοιχηματίζουμε τότε;

- Σαν τί, αν αγαπάς το σταυρό;

- Παίρνει το φύσημα στο λαγκάδι και πέφτεις κατά πόδι της κυνηγώντας. Αν τήνε πιάσης κατά μεσής, δική σου στη ζωή και στʼ αστέρια.

- Αλληώς;

- Το χάνεις το μουλάρι σου, καπετάνιο!

Και ο γενναίος Σφακιανός μειδιά πλήν αποφεύγει το στοίχημα της παρθένου, εν ώ η εύζωνος κόρη ερυθριά ως ρόδον εις το θώπευμα του ηλίου... Τοιαύτη των Ανωγειανών η ταχύτης! Και επειδή ο λόγος περί αυτής, έν επεισόδιον σας προσθέτω. Εις μίαν κατά των εχθρών μάχην, καθʼ ήν οι Ελληνες έφθασαν εκτός των Χανίων, είς των Ανωγειανών μετά των Τούρκων φερόμενος ήγγισεν εις την πύλην του Κάστρου. Κτυπά την πύλην επιφωνών· Ανοιξε, Μουσταφά, στο Θεό σου· άνοιξε, λέγω, για μια στιγμή.

Τρίζουν τα κλείθρα μανιωδώς, και πριν φανώσιν οι Τούρκοι-πώς, πότε, δεν ηξεύρω,-ήτον εκτός βολής ο Ανωγειανός!

Αλλά, κτυπά η σάλπιγξ το προσκλητήριον, και ο εχθρός μας χαιρετά αλαλάζων... Υγίαινε! έν φίλημα εις την μητέρα μας την Ελλάδα... τρέχω να ρίψω την πρώτην κατά του εχθρού σφαίραν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ