ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ   ΠΑΤΡΙΣ  ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ  ΚΡΗΤΗΣ  25-1-2010

Τα κείμενα των κορυφαίων: Ο Σουρής για την επίθεση στους Κρήτες βουλευτές έξω απο τη Βουλή, το 1912
“Στρατός στους Κρητικούς τις λόγχες του προτείνει”

 

Σπάνια κείμενα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα με την υπογραφή των κορυφαίων του πνεύματος, της τέχνης, της πολιτικής και των εθνικών αγώνων

Τα κείμενα των μεγάλων είναι η στήλη της «Π» στην οποία, κάθε Δευτέρα, από αυτή εδώ τη θέση, παρουσιάζονται σπάνια κείμενα των κορυφαίων του πνεύματος, της τέχνης, της πολιτικής και των εθνικών αγώνων, γραμμένα κατά το 19ο ή στις αρχές του 20ου αιώνα.

Κείμενα που είτε είχαν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, είτε δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Κείμενα των μεγάλων λογοτεχνών, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης ή ο Ιωάννης Κονδυλάκης, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στις συλλογές και τα βιβλία τους, έχουν θέση στη στήλη μας.

Έτσι θα μπορέσομε να γνωρίσομε, και ενδεχομένως να βοηθήσομε στη διάσωση άγνωστων κειμένων, μεγάλων μορφών της διανόησης, της πολιτικής, των πολιτικών, επαναστατικών και κοινωνικών αγώνων της Κρήτης και των Κρητικών.

Σήμερα παρουσιάζομε ένα από τα πολλά σατυρικά στιχουργήματα που ο Γεώργιος Σουρής αφιέρωνε, πολύ συχνά, στον «Ρωμηό» για τα βάσανα της Κρήτης. Το στιχούργημα ήταν το κεντρικό θέμα στην εφημερίδα του στις 26 Μαΐου 1912, λίγες ημέρες μετά τη δεύτερη προσπάθεια των Κρητών βουλευτών να εισέλθουν στο ελληνικό κοινοβούλιο και να επιβάλλουν την de facto ένωση με την Ελλάδα. Η πρώτη προσπάθεια, στα τέλη του 1911, είχε οδηγήσει στη μαζική φυλάκιση των πληρεξουσίων του νησιού σε πλοίο στη Σούδα, από τη φρουρά των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή τη δεύτερη φορά έφτασαν μέχρι το κοινοβούλιο, αλλά εμποδίστηκαν από το στρατό, καθώς ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ήθελε να γίνει σε εκείνη τη φάση η ένωση, γνωρίζοντας ότι τόσο η Τουρκία όσο και οι μεγάλες δυνάμεις θα αντιδρούσαν ακόμη και στρατιωτικά σε βάρος της αδύναμης τότε Ελλάδας. Έτσι, όταν έφτασε η κρητική αντιπροσωπεία στη βουλή, εμποδίστηκε από το στρατό να εισέλθει στο κτίριο, ενώ μερικοί πληρεξούσιοι χτυπήθηκαν και τραυματίστηκαν. Αυτή ήταν και η χειρότερη κρίση στις σχέσεις του Ε. Βενιζέλου με τους παλιούς συναγωνιστές του.

Τα γεγονότα αυτά περιέγραψε με το δικό του τρόπο ο Σουρής, στο στιχούργημα που παραθέτομε, το οποίο έχει τον τίτλο «Το τέλος των Κρητικών / λίαν ειρηνικό». Η εφημερίδα υπάρχει στο αρχείο της βουλής.
 

Τέλος των Κρητικών λίαν ειρηνικόν
 

Τους Κρητικούς τους είδες;
Τους είδα, Φασουλή,
που με χρυσαίς ελπίδες
τραβούσαν στη Βουλή.

Ητο δεινός αγών,
κιʼ εμπρός παιδιά της Κρήτης,
καθένας συμπολίτης
εφώναζε σφριγών.

Εσκουζαν και κυράδες:
εμπρός, παλληκαράδες,
με θάρρος στην ψυχή...
το βήμα σας ταχύ.

Και προχωρούν εκείνοι
με πόθους μυστικούς...
Στρατός στους Κρητικούς
της λόγχαις του προτείνει.

Τους κύτταζε το πλήθος
με τόσο καρδιοχτύπι,
και μια μεγάλη λύπη
του πλάκωνε το στήθος

Παράταις, πανηγύρια,
μπαλκόνια, παραθύρια,
δρόμοι και πεζοδρόμια
ετόνιζαν εγκώμια.

Καθένας ας θαρρή,
εμπρός, παιδιά της Κρήτης,
και πρώτος προχωρεί
ο στρατηγός Λιμπρίτης.

Κόσμου φιλοπατρία,
κόσμου συνωστισμός,
θλίψις και δυσφορία,
μα κι ενθουσιασμός.

Επερνούσαν απ εκεί
βουληφόροι Κρητικοί,
επερνούσαν ρωμαλαίοι,
τολμητίαι, θαρραλέοι.

Τότ επέρασαν αγώνες,
που τους ύμνησαν αιώνες,
τότ αιμάτων ποταμοί,
τότε δόξα και τιμή.

Τότ επέρασαν σελίδες
μιας μεγάλης ιστορίας
με τουφέκια και λεπίδες
μιας Ελληνικής ανδρείας.

Με τους Κρητικούς εκείνους
ένας νέος κόσμος λάμπει,
και γεμίζουν από κρίνους
αιματοβαμμένοι κάμποι.

Αστραψε κι ο Ψηλορείτης
από χιόνια λαμπερός,
κι ο Μινώταυρος της Κρήτης
εβρυχήθη τρομερός.

Κόσμοι πόθων διαπύρων
της καρδιαίς ξαναφτερόνουν,
μέσα σ αίματα μαρτύρων
τριανταφυλλιαίς φυτρόνουν.

Κ έβλεπα πτερυγισμούς,
κι άκουσα και παφλασμούς
αφρισμένου καταρράκτη.

Κι άστραψαν πολλών ματιαίς,
κι έξαφνʼ άναψαν φωτιαίς,
πούμειναν προ χρόνων στάκτη.

Κ εγώ τότε, φουκαρά,
πέταξα με τα φτερά
αεροπορούντος νου
σε καιρούς φρενοπαθείς,
πούκλεβαν οι Προμηθείς
θείον πυρ εξ ουρανού.

Και θυμήθηκα τους χρόνους, που τους ύμνησες και σύ,
που μας έκανε μεγάλους το πολύπαθο νησί,
και της γης της ελευθέρας έτρεχαν τα παλληκάρια
να ποτίσουνε της Κρήτης τα κατάξερα χορτάρια.

Τι καιροί κι εκείνοι τότε,
προσφιλείς συμπατριώται.
Χρόνοι πόθου μυστικού,
χρόνοι πλούτου ψυχικού.

Εποχή για φασουλάδα,
πούλεγαν για την Ελλάδα
πως της Μιχαλούς χρωστά.

Εποχή πατριωτών
κι εμβροντήτων ποιητών,
που δεν είχαν ποσοστά.

Χρόνοι για πολεμάρχους με τρύπια μεντζισόλα,
χρόνοι για τον Ερνάνη και για την δόνα-Σόλα,
στίχοι ρωμαντικοί
και μέσα στην Ευρώπη,
μούρλα κι εδώ κι εκεί,
και φαντασιοκόποι.

Χρόνοι για Ριγκοκλέτο
και για ξερό κουρκέτο
και ναργιλέ στους Στύλους.

Χρόνοι, βρε Φασουλή,
που δένανε πολλοί
λουκάνικα στους σκύλους.

Χρόνοι παλαβής παρλάτας,
δίχως τόσους όπως τώρα
κηδεμόνας και προστάτας,
που μας κόβουνε τη φόρα.

Χρόνια δίχως νου και γνώσι,
που πετούσαν στα χαμένα,
και δεν φέρνανε κανένα
για να μας διοργανώση.

Χρόνια δίχως Αγγλογάλλους,
που με δίσκο τους μεγάλους
δεν τους πέρναμε παγάνα.

Χρόνια μοναχά για γέρο,
που κανείς σαν τον Καμπέρο
δεν πετούσε με διπλάνα.

Χρόνια φτήνειας, χρόνια σάχλας, χρόνια δίχως φιφτυτού,
χρόνια, Φασουλή κοπρίτη,
που δεν έβλεπες της λόγχαιας του δικού μας του Στρατού
να λογχίζουνε την Κρήτη.

Τα παιδιά τα τιμημένα
τρέχουν τρέχουν λογισμένα
και με ρούχα ξεσχισμένα.

Τρέχουν τρέχουν ολοΐσια
στη Βουλή μας μετ αλμάτων,
διασπούν παλληκαρίσια
πυκναίς ζώναις στρατευμάτων.
Κατ αυτών ορμούν ιππείς
κι άλογα της αστραπής,
πλην αυτοί τους σταματούν
κι ίππων χαλινούς κρατούν.
Τραγωδιών ημέρα,
καϋμένε, Φασουλή,
κι η κόμη στην μητέρα
έτσι πικρά μιλεί: