Εφημεριδα  "ΠΑΤΡΙΣ" Ηρακλείου Κρήτης 10/1/2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ: Το μανιφέστο των δημοτικιστών του Ηρακλείου το 1909

Ενα κείμενο-ντοκουμέντο δια χειρός Ν.Καζαντζάκη


Ο Νίκος Καζαντζάκης στην Κρήτη, με τον Λευτέρη Αλεξίου (αριστερά) και τον ζωγράφο Τάκη Καλμούχο. 30.11.1924. (αρχείο εκδόσεων Καζαντζάκη)

 



Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakis@patris.gr  10/1/2011

Το μανιφέστο του συλλόγου δημοτικιστών Ηρακλείου «Ο Σολωμός»

Ένα κείμενο γραμμένο, πιθανότατα, από τον Ν. Καζαντζάκη το καλοκαίρι του 1909


Στο γλωσσικό ζήτημα, που στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, πήρε εκρηκτικές διαστάσεις προκαλώντας ακόμη και αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε δημοτικιστές και καθαρευουσιάνους, κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν οι διανοούμενοι του Ηρακλείου. Φυσικά η παρουσία του Νίκου Καζαντζάκη ήταν καταλυτική.

Μάλιστα το τοπικό κίνημα υπέρ της δημοτικής γλώσσας πήρε οργανωμένη μορφή όταν στα 1909, έναν χρόνο πριν την ίδρυση του περίφημου Εκπαιδευτικού Ομίλου στην Αθήνα, από τους Δημήτριο Γληνό, Αλέξανδρο Δελμούζο, Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Γιάννη Ψυχάρη και άλλους, θα συσταθεί στο Ηράκλειο σύλλογος με την επωνυμία «ο Σολωμός». Ψυχή του συλλόγου και πρώτος πρόεδρός του ήταν ο Καζαντζάκης. Λίγο μετά την ίδρυσή του ο σύλλογος των δημοτικιστών του Ηρακλείου θα δημοσιεύσει ένα μανιφέστο, μια απολογία, όπως την ονόμασε ο συντάκτης του, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο ίδιος ο Καζαντζάκης. Το κείμενο φιλοξενήθηκε στον «Νουμά» του Δ. Ταγκόπουλου, που ήταν το όργανο των θέσεων του πρωτοπόρου του κινήματος Ψυχάρη αλλά και συνολικά των δημοτικιστών. Στις 9 του Θεριστή (Ιουλίου) του 1909 «Ο Σολωμός», μάλλον δια χειρός Καζαντζάκη, όπως προαναφέραμε, παρουσίασε τις πρωτοπόρες για την εποχή απόψεις του στο αθηναϊκό κοινό, επενδύοντας με πολιτικά και ιδεολογικά επιχειρήματα το κίνημα του δημοτικισμού. Όπως διακήρυττε, το γλωσσικό ζήτημα δεν ήταν απλώς ένα πρόβλημα που αφορούσε στους φιλολόγους ή μόνο τη διδασκαλία των νέων παιδιών, αλλά από την επίλυσή του θα εξαρτιόταν το μέλλον της πατρίδας. Έδινε, δηλαδή, εθνικές διαστάσεις στο πρόβλημα. Άλλωστε η ίδια η διαμάχη ανάμεσα στους καθαρευουσιάνους και τους δημοτικιστές, τους «μαλλιαρούς» όπως ονόμαζαν χλευαστικά οι πρώτοι τους δεύτερους, δεν περιοριζόταν στο γλωσσικό. Σε γενικές γραμμές, οι καθαρευουσιάνοι θεωρούνταν οι υποστηρικτές της συντήρησης και οι δημοτικιστές της προόδου. Κι αυτό ακριβώς εξέφραζε το κείμενο της ομάδας του Ηρακλείου. Στο κείμενο αυτό ίσως δίνεται και η απάντηση, για ποιο λόγο οι τεχνίτες του Ηρακλείου γιουχάιζαν τον Καζαντζάκη όταν πέρναγε από την αγορά της πόλης, στάση αποδοκιμασίας για την οποία αρκετά έχουν γραφεί. Στο μανιφέστο υπάρχει η εξής αναφορά, με την οποία πιθανώς μπορεί να δοθεί η εξήγηση αυτής της ειρωνικής διάθεσης απέναντι στον μεγάλο στοχαστή, που ήδη είχε αρχίσει να παρουσιάζει τα πρώτα του έργα και να γίνεται ευρύτερα γνωστός: «βρήκανε αφορμή μερικοί επιτήδειοι δημαγωγοί ή μεγαλόσχημοι αγράμματοι κι έσπειραν παρεξηγήσεις κι έφτυσαν αμελέτητες κι άδικες συκοφαντίες. Και διέσυραν ταʼ όνομά μας στο λαό. Πρέπει πλειά η παρεξήγηση αυτή να λείψει. Και γι αυτό ερχόμαστε σήμερα πλατύτερα να εξηγήσομε τη σκέψη μας και με μεγαλύτερες λεπτομέρειες να εκθέσομε το σκοπό μας. Θα μιλήσομε σήμερα απευθείας στο λαό και θα του πούμε φανερά και ξέσκεπα ποιος ο λόγος που συναθροιστήκαμε και τι θέλομε. Γιατί όταν από τους δρόμους περνούμε και σφυρίζουν και μας βρίζουνε και μας λένε λόγια που και να τα θυμηθούμε ντρεπόμαστε, εμείς σωπαίνομε και δεν απαντούμε, μα η καρδιά μας μέσα μας πονεί για την παρεξήγηση και τον άδικο κατατρεμό».

Το κείμενο είναι εκτεταμένο και ξεδιπλώνει τις απόψεις των δημοτικιστών με απλό τρόπο, ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητό όχι από τους δασκάλους, στους οποίους γίνεται συχνή αναφορά, αλλά απʼ όλο τον κόσμο. Ο Καζαντζάκης, αν θεωρήσομε ότι τελικά αυτός είναι ο συγγραφέας, καταδικάζει τη διγλωσσία που έχει επιβληθεί από τις αρχές, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε μια γλώσσα για τα βιβλία, την καθαρεύουσα, και μια γλώσσα για τη ζωή, τη δημοτική που μιλούσε ο λαός. «Το παιδί», έγραφε ο Καζαντζάκης, προσδιορίζοντας την ύψιστη αποστολή του σχολείου, που όμως στην περίπτωση αυτή λειτουργούσε αρνητικά, καθώς οδηγούσε τους μαθητές να αφήνουν στην εξώπορτα τη γλώσσα που μιλούσαν στο σπίτι και τη ζωή τους, και να μαθαίνουν να γράφουν μιαν άλλη γλώσσα στην αίθουσα διδασκαλίας, «πηγαίνει στο σκολειό για νʼ αναπτύξει το νου και την καρδιά. Για να μάθει τις χιλιάδες γνώσες που του είναι απαραίτητες στη ζωή και για να μορφώσει την ψυχή του τέτοια ώστε να αγαπήσει ό,τι είναι ωραίο κʼ ηθικό. Έτσι το σκολειό που παίρνει από τόσο μικρή ηλικία τους ανθρώπους, είναι η βάση όλης της κοινωνικής και εθνικής ζωής. Αν το σκολειό κατορθώσει να συνηθίσει τα παιδιά νʼ αγαπούν την αλήθεια, την ομορφιά, την ηθική, τότε η κοινωνία και το έθνος προοδεύουν και μεγαλύνονται. Αν τους συνηθίσει στην ψευτιά και στην ασκήμια, το έθνος κʼ η κοινωνία καταστρέφουνται. Το Σκολειό είναι η ρίζα κάθε Καλού και κάθε Κακού. Στα χέρια του Δασκάλου βρίσκεται το μέλλον της Φυλής».

Στο μανιφέστο τους οι δημοτικιστές του Ηρακλείου, αφού απαντούσαν στις σε βάρος τους κατηγορίες, ότι δηλαδή δρούσαν αντεθνικά (!), δήλωναν ότι θεωρούσαν την καθαρεύουσα καταστροφική για τα παιδιά την κοινωνία και το έθνος. «Η καθαρεύουσα -τόνιζαν- διασπά τη γλωσσική ενότητα του Έθνους και σιγά σιγά κι αυτή μας την εθνική ενότητα».

Σημειώνεται ότι τον Φεβρουάριο του 1909 ο σύλλογος δημοτικιστών, με την ονομασία επίσης «Ο Σολωμός», είχε συσταθεί στα Χανιά, με πρόεδρο τον Χρήστο Χρηστουλάκη. Όμως, σύμφωνα με τα όσα έγραφε η «Ακρόπολις» του Βλάσση Γαβριηλίδη στις 23 Μαΐου 1909 και αναδημοσίευε ο «Νουμάς» στις 31 Μαΐου, όταν ο σύλλογος οργάνωσε εκδήλωση για να γνωστοποιήσει τις θέσεις του, τα μέλη του δέχτηκαν αποδοκιμασίες και προπηλακισμούς από μαθητές των Χανίων, κατευθυνόμενους από το μητροπολίτη και το γυμνασιάρχη. Τότε κυκλοφόρησε η φήμη ότι μέλος του συλλόγου ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αλλά και ο συνεργάτης του Κωνσταντίνος Μάνος. Προφανώς υπό το βάρος των αντιδράσεων, αλλά και των πολιτικών αναταράξεων, αποφασίστηκε η διάλυσή του. Τότε, με πρωτοβουλία του Καζαντζάκη συγκρότηθηκε ο σύλλογος του Ηρακλείου. «Πρόεδρός του δε εξελέγη ο άλλοτε συνεργάτης μας κ. Καζαντζάκης, ποιητής και δραματικός συγγραφεύς. Χαρά στο κουράγιο τους!», σημείωνε η «Ακρόπολις».


Το γλωσσικό ζήτημα


Το γλωσσικό ζήτημα αφορά στο γλωσσικό διχασμό, σε λόγια και καθομιλούμενη γλώσσα, ο οποίος ως μέσο ιδεολογικής και κοινωνικής επιβολής ταλαιπώρησε την ελληνική κοινωνία ακόμη από την αρχαιότητα, αλλά και σʼ όλη την περίοδο από την σύσταση του ελληνικού κράτους μετά την επανάσταση του 1821. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. διαμορφώνεται ως προς την πολιτιστική του διάσταση και παίρνει εκτός από κοινωνικές διαστάσεις και πολιτικές και οδηγεί σε αιματηρές συγκρούσεις. Η δημοσίευση μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1901) σε ακραία δημοτική στην εφημερίδα «Ακρόπολις» από τον Αλέξανδρο Πάλλη, προκάλεσε βίαιες διαμαρτυρίες από καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών με αιματηρά αποτελέσματα . Τα γεγονότα έγιναν γνωστά ως "Ευαγγελικά". Ακόμη, η παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου στη δημοτική, από το Εθνικό θέατρο (1903), γίνεται η αιτία νέων αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων (τα λεγόμενα "Ορεστειακά"). Οι πολέμιοι των δημοτικιστών τούς αποκαλούν χλευαστικά "μαλλιαρούς" και τους κατηγορούν ως προδότες και ότι ενεργούν κατόπιν σλαβικού σχεδίου, που αποσκοπεί να προκαλέσει διχόνοιες στον ελληνισμό, θρησκευτικές έριδες, που θα βοηθήσουν τον προσεταιρισμό των Ελλήνων της Μακεδονίας από τη βουλγαρική Εξαρχία. Ο γλωσσικός και πολιτικός φανατισμός συσκοτίζει τη πραγματικότητα, που ως ζητούμενο όλων είναι η απελευθέρωση της Μακεδονίας, καθώς ανέκαθεν ο δημοτικισμός ταύτιζε το έθνος με τη γλώσσα.

Το γλωσσικό ζήτημα δεν θα λυθεί ούτε όταν θα γίνει πρωθυπουργός ο Βενιζέλος, ο οποίος υπαναχώρησε στην άποψη του για την επιβολή της δημοτικής και καθόρισε την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους. Η διαμάχη θα συνεχιστεί επί πολλές δεκαετίες, με μικρότερη ένταση, και θα λήξει το 1977 όταν επί πρωθυπουργίας Κ. Καραμανλή και υπουργίας Γεωργίου Ράλλη θα αποφασιστεί η χρήση της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε όλες τις λειτουργίες και τα έγγραφα του κράτους.

 
“Ο Σολωμός”
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΤΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

“Είναι ανάγκη όσο το δυνατό πιο καθαρά και πιο σοβαρά να νοιώσωμε όλοι μας τι είναι και τι σημασία έχει το γλωσσικό μας το ζήτημα.

Ο Σύλλογός μας προορισμό του έχει να προσπαθήσει να δώσει στους πολλούς να καταλάβουνε για ποιά συμφέροντα εθνικά και για ποιές ανάγκες κοινωνικές και για ποιό σκοπό, πρέπει η γλώσσα που γράφομε να στηριχτεί απάνω στη γλώσσα που μιλούμε”.

Με τέτοια λόγια απλά και σύντομα ο Σύλλογός μας πρωτομίλησε.

Και βρήκανε αφορμή μερικοί επιτήδειοι δημαγωγοί ή μεγαλόσχημοι αγράμματοι κʼ έσπειραν παρεξηγήσεις, κʼ έφτυσαν αμελέτητες και άδικες συκοφαντίες και διέσυραν τʼ όνομά μας στο λαό.

Πρέπει πλειά η παρεξήγηση αυτή να λείψει. Και γιʼ αυτό ερχόμαστε σήμερα πλατύτερα να εξηγήσομε τη σκέψη μας και με μεγαλύτερες λεπτομέρειες να εκθέσομε το σκοπό μας. Θα μιλήσομε σήμερα απʼ ευθείας στο λαό και θα του πούμε φανερά και ξέσκεπα ποιός ο λόγος που συναθροιστήκαμε και τί θέλομε.

Γιατί όταν από τους δρόμους περνούμε και μας σφυρίζουν και μας βρίζουνε και μας λένε λόγια που και να τα θυμηθούμε ντρεπόμαστε, εμείς σωπαίνομε και δεν απαντούμε, μα η καρδιά μας μέσα πονεί για την παρεξήγηση και τον άδικο κατατρεμό.

Και δεν μπορούμε, ούτε πρέπει πλειά να σωπαίνομε. Πρέπει να μας ακούσετε, να δείτε τι θέλομε και τι ζητούμε κι αφού μας ακούσετε, τότε μόνο να μας κρίνετε. Να μας ακούσετε με προσοχή, γιατί το ζήτημα το γλωσσικό από το οποίον εξαρτάται το μέλλον της Πατρίδας μας, δεν έχουν όλοι μήτε τον καιρό, μήτε τα μέσα να το μελετήσουν σοβαρά και αναγκάζουνται να πιστέψουν τον ένα και τον άλλον που έχουν συμφέρον να παρασταίνουν τα πράματα παραμορφωμένα και παραγεμισμένα με ψευτιές και με πρόστυχες δημιουργίες λέξεων και με συκοφαντίες βαρειές και ασυνείδητες.

Τίποτα προσωπικό δεν έχομε με κανένα. Κι αν μια στιγμή στη συζήτησή μας μέσα δε θα μπορέσομε να κρατήσομε το θυμό μας εναντίον των δασκάλων και των δημαγωγών, ο θυμός μας θα δικαιολογηθεί και θα υψωθεί μπροστά μας και μπροστά σας μʼ επιβολή εθνικού πόνου.

Γιατί αν είναι ωραίο να μη ταράζεται κανείς και να φέρνεται ήρεμα κι ολύμπια προς τους άλλους, είναι μερικές στιγμές που η ηρεμία καταντά αδιαφορία και έγκλημα και ο θυμός επιβάλλεται ως καθήκον.

Ούτε προσωπικό πάθος, μα ούτε και συμφέρο κανένα έχομε. Το εναντίο. Προκαλούμε γύρω μας την αγανάχτηση και την ειρωνεία, κι αν είμαστε σε δημόσια θέση κινδυνεύομε να τη χάσομε, όλη μέρα ψυχραινόμαστε συζητώντας πεισματικά με τους καλύτερούς μας φίλους. Ούτε συμφέροντα, ούτε πάθη μας σπρώχνουν. Είναι κάτι άλλο που μας κάνει να διατρέχομε τόσους κινδύνους. Είναι η βαθειά πεποίθησή μας πως με τέτοια κατάσταση δεν μπορεί πλειά η Πατρίδα μας να πάει μπροστά και πρέπει να γίνει πλειά μια αρχή δημιουργίας κι αναγέννησης και πρέπει όλοι οι νέοι-ποιός ολίγο ποιός πολύ-να συναισθανθούμε πως το μέλλον του έθνους μας βρίσκεται και διαπλάσσεται μέσα στα χέρια μας κʼ έχομε καθήκον να μελετήσομε σοβαρά την αιτία της σημερινής αρρώστειας του έθνους και να πούμε δυνατά και μελετημένα, χωρίς να φοβηθούμε την πρόληψη και το διωγμό, ποιά ʽναι τα γιατρικά που μπορούνε να μας σώσουν.

Και γιʼ αυτό, νομίζομε, έχομε το δικαίωμα να ζητήσομε από το λαό σήμερα μερικές στιγμές να μας ακούσει. Γιατί δεν είναι σωστό πριν να μας ακούσει, να μας καταδικάζει και να μας βρίζει.

Θα προσπαθήσομε όσο μπορούμε πιο καθαρά και συστηματικά να εκθέσομε το πρόγραμμά μας. Θα μιλήσομε πρώτα για τα ιστορικά του γλωσσικού μας ζητήματος. Πώς γεννήθηκε σε μας, πώς κατασκευάστηκε η Καθαρεύουσα και ποιά ʽναι τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της Καθαρεύουσας:

α) τα εκπαιδευτικά,

β) τα κοινωνικά,

γ) τα εθνικά.

Κʼ έπειτα θα δείξομε πώς, όπως σʼ όλα τʼ άλλα έθνη του κόσμου, σε όλα ανεξαιρέτως, έτσι και σε μας πρέπει η γλώσσα που γράφομε να στηριχτεί απάνω στους τύπους, στη σύνταξη της γλώσσας που μιλούμε.

Και θʼ αποδείξομε πως τούτο είναι:

α) ανάγκη από λόγους εθνικούς να γίνει

β) δυνατόν να γίνει

γ) απαραίτητο να γίνει.

Κι αφού έτσι τοποθετήσομε τη Δημοτική και την Καθαρεύουσα τη μιά απέναντι της άλλης θα εξετάσομε ποιός θα λύσει το ζήτημα. Και θα δούμε πως τα πράματα δεν πρέπει να τʼ αφήσομε μόνα τους να βαδίζουν ανενόχλητα το δρόμο τους, γιατί ο καιρός δεν μπορεί να μας περιμένει και δεν είναι σωστό να σταυρώνομε τα χέρια μοιρολατρικά και να κοιτάζομε την καταστροφή. Ούτε πρέπει ακόμα το ζήτημα να τʼ αφήσομε στα χέρια των φιλολόγων και των δασκάλων. Αυτοί και να θένε-πράμα που είναι δύσκολο γιατί δεν τους συφέρνει-δεν μπορούν από το περιβάλλον που βρίσκουνται να δούνε την αλήθεια. Μόνο ο Λαός θα αποδείξομε λεί τα ζητήματα της γλώσσας. Και τέλος θα εξετάσομε ποιά ʽναι τα καθήκοντα του Λαού στο ζήτημα το γλωσσικό και ποιός ο σκοπός του Συλλόγου μας.

Τέτοιο με λίγα λόγια το σχέδιο της Απολογίας μας αυτής. Ηρεμα, ήσυχα, χωρίς φωνές και βρισίδια-θα μιλήσομε. Κʼ ύστερα, άμα μας ποδιαβάσετε, σαν άντρες σοβαροί και δίκαιοι, κοιτάχτε τι σας είπαμε, σκεφτείτε και κρίνετέ μας.



ΙΙ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Ευτύς ως μπορούμε στο σκολειό, το πρώτο πράμα που μαθαίνομε είναι να περιφρονούμε τη μητρική μας γλώσσα. Ο δάσκαλος πολεμά να ξεριζώσει από την ψυχή του παιδιού τα λόγια που τούμαθε στο σπίτι του η Μητέρα. Να μη λέει πλειά και προ πάντων να μη γράφει: “ψωμί, νερό, κρασί, σπίτι” μα να γράφει: άρτος, ύδωρ, οίνος, οικία. Κʼ έτσι μπαίνει βαθύτατα στο παιδικό μυαλό η πρόληψη της διγλωσσίας: άλλη γλώσσα πρέπει να μιλούμε κι άλλη να γράφομε ή να βλέπομε γραμμένη.

Πώς γεννήθηκε η τερατώδης αυτή αντίληψη κʼ η ανόσια περιφρόνηση στη γλώσσα των πατέρων μας; Απλούστατα. Οι Δασκάλοι θαμπωμένοι από την ομορφιά της αρχαίας γλώσσας, ξεχάσανε πως νόμος φυσικός απαράβατος είναι όλα να εξελίσσονται και νʼ αλλάζουν με τον καιρό και πως η γλώσσα ακολουθεί κι αυτή τους νόμους τους φυσικούς κʼ εξελίσσεται και αλλάζει.

Και μας μάθανε πως η γλώσσα που μιλούμε, επειδή διαφέρει από την αρχαία, είναι παραμορφωμένη και χυδαία και τότε μόνο θα μορφωθούμε και θα προοδέψομε όταν γυρίσομε πίσω στη γλώσσα του Πλάτωνα ή τουλάχιστον του Ξενοφώντα.

Πίσω λοιπόν στην αρχαία!

Ξοδευτήκανε πολύτιμες δυνάμεις του Εθνους για να ξαναζωντανέψομε τα πεθαμένα απαρέμφατα και τους υπερσυντέλικους και τα χρήστων χλούνων. Είταν φυσικό το αποτέλεσμα: τέλεια αποτυχία. Σαστισμένοι οι δασκάλοι σταθήκανε. Λίγοι πομένουν ακόμα που κοιτάζουν πίσω κʼ ελπίζουνε στον πισωγυρισμό. Οι πιο πολλοί προσπαθούνε με μισές επιδιόρθωσες και με λαθρακιασμένα αρχαία στηρίγματα να στήσουν το γλωσσικό τους οικοδόμημα που ράϊσε και γκρεμίζεται.

Δεν έχουνε το θάρρος νʼ ανασκάψουνε τα θεμέλια και να θέσουνε καινούργια και δυνατά, μόνο επιδιορθώνουνε τη στιγμή και χρωματίζουνε την πρόσοψη. Χύνουν μέσα στους αρχαίους πεθαμένους τύπους λέξεις ζωντανές, κάνουνε ένα μίγμα αρλεκίνικο και κωμικό από αρχαία και νέα, από ζωντανά και πεθαμένα, από σάπια και γερά. Καθένας έχει το δικαίωμα να κανονίσει τη δόση της αρχαιοπρεπείας και τη δόση της δημοτικής που πρέπει να βάλει στα γραφτά του. Κανένας νόμος, καμιά αρχή-τίποτα σύστημα. Και κατασκευάζονται έτσι χιλιάδες γλώσσες που όλες μαζί λέγονται καθαρεύουσα.

Η πρώτη δουλειά της Καθαρεύουσας είτανε να γελοιοποιήσει την πραγματικότητα, αλλάζοντας τις λέξεις τις ζωντανές, να μη φορούμε πλειά “καπέλλα, παντούφλες, γάντια, κάλτσες, γελέκα”, αλλά να βάλομε πίλους, εμβάδας ή ευμαρίδας χειρόκτια, περικνημίδας, εσωκάρδια. “Το ενείλημα των ποδών, η κάλτσα, λέγεται ποδείον και πέλλυτρον, λέξεις εισακτέαι” (Ζηκίδης).

Κάθε λέξη που υπάρχει και ζει στο στόμα του λαού, τη βρίσανε και την καταδόσανε κʼ είπανε πως πρέπει νʼ αλλαχτεί, να ντυθεί αρχαϊκά, να γίνει σοβαρά και “αστεία”. Ναι μεν, έστω, απαρέμφατα και δυϊκοί αριθμοί δε θα υπάρχουν, μα πρέπει όμως νʼ αλλαχτούν όλες οι λέξεις του λαού, προ πάντων οι πιο ζωντανές. Ολοι οι όροι, όλα τα ονόματα τα πασίγνωστα, που έχουν τα εργαλεία κʼ οι δουλειές του ράφτη, του μαραγκού, του εμπόρου, του γεωργού. Ολα τα βαθειά αισθήματα που αναταράζουν και συγκινούν την ψυχή του ανθρώπου.

Εργασία υπεράνθρωπη και κωμική.

Οι δασκάλοι τι κατορθώσανε;

Ή δε βρήκανε λέξεις αντίστοιχες και τότε καταδικάσανε μέγα μέρος της ζωής να μην μπορεί να εξωτερικευτεί γραφτά, ή βρήκανε μα τις κλείσανε μπαλσαμωμένες μέσα στα βιβλία, γιατί φυσικά ο λαός ποτέ του δεν είταν δυνατό να τις προφέρει αφού είχεν ήδη άλλες λέξεις που τις μεταχειριζότανε ολημέρα. Θάταν δυνατό να πούμε: πύρ, πούς, χούς, χείρ, ούς, αν δεν είχαμε: φωτιά, πόδι, χώμα, χέρι, αυτί.

Είναι τόσο φανερά αυτά πράματα που ξεσταίνεται κανείς να βλέπει πώς είναι δυνατόν ένα ολόκληρο Εθνος να πηγαίνει τόσο εναντίον της αλήθειας και να μην το νοιώθει. Οι δασκάλοι που μας αναθρέψαν στο σκολειό μας βάλανε τόσο βαθιά την πρόληψη της διγλωσσίας, που σαστισμένοι ακόμα βρισκόμαστε και δεν ξέρομε τί να κάνομε;

Μας μάθανε πώς τέτοιες λέξεις είναι ντροπή να γράφονται γιατί ʽναι χυδαίες και πρόστυχες να τις μεταφράσομε πάλι δεν μπορούμε: είναι γελοίο να λέμε, πούς, χούς και ρίς. Τί λοιπόν να κάνομε; Νάχομε μια γλώσσα για τη ζωή και μια άλλη για τα βιβλία. Οι μορφωμένοι μας κʼ οι επιστήμονες χωρισμένοι τέλεια από το Λαό, καμιά μεταξύ τους πνευματική επικοινωνία, τα βιβλία που γράφονται για την πρόοδο της Επιστήμης και της Τέχνης να μη μπορούν ποτέ να διαδοθούν στο Λαό και να τονε μορφώσουνε και να τον αναπτύξουν.

Τέτοια φρικώδη καταντούν τʼ αποτελέσματα της διγλωσσίας μας.

Συχνά αμελέτητοι κʼ επιπόλαιοι αντίπαλοι μας φέρνουν ως επιχειρήματα ότι διγλωσσία υπάρχει σʼ όλα τα έθνη του κόσμου, άλλη γλώσσα, λένε, έχουν παντού οι μορφωμένοι κι άλλη γλώσσα οι αμόρφωτοι. Ναι, όλες οι γλώσσες έχουν λόγια του σπιτιού, του δρόμου και της καθημερινής ζωής, που γράφονται μόνο σε ειδικές περιστάσεις για να χρωματίσουνε πιο ζωηρά τη φράση και το διάλογο αλλά τα λόγια αυτά αποτελούν ένα όλο αρμονικό με όλη τη γλώσσα, έχουνε την ίδια γραμματική και το ίδιο συνταχτικό. Και μια γλώσσα δε γνωρίζεται από τις λέξεις-που μπορεί να είναι πολλές ή ολίγες, πολλές για τους γραμματισμένους, λίγες για τους αγράμματους,-μα γνωρίζεται από τη γραμματική και το συνταχτικό.

“Αν και διαφοροτρόπω: εκφράζονται, λέγει ο Σπ. Τρικούπης, οι πεπαιδευμένοι και οι απαίδευτοι των καθʼ ημάς σοφών εθνών, μίαν όμως και την αυτήν έχουν γραμματικήν, οι μεν θεωρητικώς, οι δε πρακτικώς, συντάσσοντες, κλίνοντες και σχηματίζοντες καθʼ ένα και τον αυτόν τρόπον όλοι και ονόματα και ρήματα”.

Λόγια σοφά και βαθυστόχαστα που πρέπει πολύ να τα μελετήσουν οι φιλόλογοί μας και να μην τολμήσουν πλειά να φέρουν κάποια συνηθισμένα τους επιχειρήματα που αφαιρούνε τη λεοντή της τάχατε σοφίας τους και φαίνονται από μέσα τι είναι: στενοκέφαλοι κι αμαθείς.

Ωστε διγλωσσία μόνο στον τόπο μας υπάρχει. Από μικροί ποτιζόμαστε το δηλητήριό της, κι όταν πλειά μεγαλώσομε, χρειάζουνται υπεράνθρωπες προσπάθειες για να μπορέσομε να συνέλθομε και νʼ ανοίξομε τα μάτια και να δούμε. Να δούμε τα φριχτά αποτελέσματα που φέρνει στο έθνος μας η Καθαρεύουσα αυτή και να φωνάξομε στους άλλους που τυφλωμένοι τρέχουνε, να σταθούνε γιατί ʽναι μπροστά μας ο γκρεμός και νʼ αλλάξομε δρόμο για να σωθούμε.

Κι ότι δεν είναι λόγια αυτά που λέμε αστήριχτα αλλά γεγονότα, θα νοιώσομε ευτύς ως θελήσομε να εξετάσομε ένα ένα με προσοχή τʼ αποτελέσματα που φέρνουν στα παιδιά μας επομένως και στο έθνος, η Καθαρεύουσα και το σκολειό.

Τα αποτελέσματα αυτά τα καταστρεφτικά τα χωρίζομε σε τρία:  α) εκπαιδευτικά,

β) Κοινωνικά

Γ) Εθνικά.

ΙΙΙ

Το παιδί πηγαίνει στο σκολειό για ν΄αναπτύξει το νού και την καρδιά. Για να μάθει τις χιλιάδες γνώσες που του είναι απαραίτητες στη ζωή και για να μορφώσει την ψυχή του τέτοια ώστε νʼ αγαπήσει ό,τι είναι ωραίο κʼ ηθικό. Ετσι το σκολειό που παίρνει από τόσο μικρή ηλικία τους ανθρώπους, είναι η βάση όλης της κοινωνικής και εθνικής ζωής. Αν το σκολειό κατορθώσει να συνηθίσει τα παιδιά νʼ αγαπούν την αλήθεια, την ομορφιά, την ηθική, τότε η κοινωνία και το έθνος προοδεύουν και μεγαλύνουνται. Αν τους συνηθίσει στην ψευτιά και στην ασκήμια, το έθνος κʼ η κοινωνία καταστρέφουνται και πεθαίνουν. Το Σκολειό είναι η ρίζα κάθε Καλού και κάθε Κακού. Στα χέρια του Δασκάλου βρίσκεται το μέλλον της Φυλής.

Ποιό ʽναι τώρα το όργανο που ο Δάσκαλος μεταχειρίζεται για να διαπλάσει το νου και την καρδιά των παιδιών μας; Ενα και μόνο, δεν μπορεί να είναι άλλο, η Γλώσσα. Η αποστολή λοιπόν της γλώσσας είναι πολύ μεγάλη, πολύ μεγαλύτερη απʼ ό,τι νομίζομε. Με τη γλώσσα ζητούμε να καταχτήσομε την ψυχή του παιδιού, να του δώσομε να εννοήσει και να αισθανθεί την ιδέα της Θρησκείας, της Πατρίδας, του καθήκοντος, της τιμής.

Κʼ ερωτούμε τώρα: η Καθαρεύουσα μπορεί να εκπληρώσει το μεγάλον αυτόν προορισμό; Η Καθαρεύουσα μπορεί να πλουτίσει το νου των παιδιών μας και να μορφώσει την καρδιά τους;

Αδιστάκτως απαντούμε, όχι!

Ας εξετάσομε πιο φαρδιά και προσεχτικά το ζήτημα τούτο γιατί είναι σπουδαιότατο.

Τι γίνεται σʼ όλα τα σκολειά όλου του κόσμου;

Σ΄ όλα τα σκολειά όλου του κόσμου οι λέξεις που κάθε μέρα μαθαίνει το παιδί μέσα στο σπίτι του, από το στόμα των γονέων του, χρησιμεύουν οι ίδιες οι απαράλλαχτες, ως βάση της πνευματικής ανάπτυξης του παιδιού. Μόνο τα παιδιά τα δικά μας ή πρέπει να ξεχάσουν εντελώς τις συνηθέστατες αυτές λέξεις: ψωμί, νερό, κρασί, χιλιάδες άλλες της καθημερινής ζωής-πράμα αδύνατο γιατί κάθε μέρα τις ακούει και τις λέει-ή πρέπει όταν πατεί το κατώφλι του σκολειού ή όταν τις γράφει να τις μεταφράζει μέσα του, να λέει η ψυχή του νερό, κρασί ψωμί κʼ η πέννα και τα χείλη του ύδωρ, οίνος, άρτος. Κʼ έτσι γίνεται μια σύγχυση κʼ ένα χάος μέσα στο μυαλό του παιδιού, ξοδεύει διπλή εργασία γιατί πρέπει κοντά στη λέξη που ξέρει, να μάθει μιάν άλλη που πρώτη φορά τη βλέπει και ποτέ δε θα την ακούσει, κι αναγκάζεται όταν θέλει να διατυπώσει μια φράση του να κοπιάσει διπλά μεταφράζοντας τις σκέψεις του. Και το φοβερότερο, η εργασία αυτή είναι τελείως χαμένη-γιατί η σύγχυση δεν αφήνει το παιδικό μυαλό μήτε τη μιά λέξη να μάθει, μήτε την άλλη νʼ αγαπήσει και να μεταχειριστεί.

Του λέει ο Δάσκαλος κάποια καινούργια γνώση;

Π.χ. “Ο νωπός άρτος είναι δύσπεπτος”. Τι γίνεται τότε στο παιδικό μυαλό; Προσπαθεί το παιδί να τη μεταφράσει πρώτα μέσα του, να κάμει μια ολόκληρη επιπονότατη εργασία και τότε θαμπά και μισερωμένα θ΄αρχίζει να νοιώθει τι του είπε ο Δάσκαλος. Κʼ έτσι την ώρα που πολεμά να μάθει πώς ο “νωπός” θα πει “φρέσκος” και “άρτος” θα πει “ψωμί” και “δύσπεπτος” θα πει “δυσκολοχώνευτος” μπορούσε-όπως γίνεται σʼ όλα τα σκολειά του κόσμου-να μάθει κάτι πραχτικότερα πράματα: πώς γίνεται το ψωμί και γιατί το φρέσκο ψωμί είναι δυσκολοχώνευτο.

Σύγχυση φοβερή κι αναρχία στην παιδική ψυχή.

Θέλει να εκφράσει μια σκέψη δική του, να περιγράψει κάτι τι, έστω και το πιο παραμικρό, έστω και το πιο συνηθισμένο, ένα γάτη, ένα δέντρο, ένα μενεξέ; Το μυαλό του βρίσκεται μετέωρο. Δεν ξέρει τι να κάνει. Να το εκφράσει όπως μέσα του το νοιώθει: γάτη, δέντρο, μενεξέ, δεν τολμά γιατί ο δάσκαλος του έμαθε πως είναι χυδαίο, να το εκφράσει σε μια γλώσσα που τη θωρεί γραμμένη μα ποτέ του δεν την άκουσε, “γαλή, δένδρον, ίον”, του φαίνεται ψυχρό και ψεύτικο. Δεν ξέρει τι να κάνει. Και μισερώνει τη σκέψη του, γελοιοποιεί την έκφρασή του, παραδέρνει ανάμεσα αλήθειας και ψευτιάς, για τίποτα δεν είναι βέβαιο, παρά για κείνο που τούχει καρφώσει βαθιά στο νου του ο Δάσκαλος: πως ό,τι αισθάνεται μέσα στην ψυχή του, πρέπει όταν θέλει να το πει, να το μεταφράσει και να τʼ αλλάξει. Κι όταν πάλι του μιλεί ο Δάσκαλος για την Πατρίδα και το καθήκον, θολά πάλι τα βλέπει, δεν τα πολυκαταλαβαίνει, ψυχρά κι αφύσικα μπαίνουνε μέσα του, δεν μπορεί να τα βάλει βαθιά στην ψυχή του και να τα ρήξει στο αίμα του και να τα κάμει σάρκα του.

Και κανένας πατέρας δεν αντιλαμβάνεται την καταστροφή αυτή τη φρικώδη του. Καταστροφή που γίνεται κάθε μέρα από τις 8 το πρωί ως το μεσημέρι, οπότε γυρίζει στο σπίτι του το παιδί κι ο άρτος πάλι κʼ η τράπεζα και η φιάλη και ο οίνος και ο πατήρ και η μήτηρ παίρνουν την αληθινή τους πάλι μορφή και γίνουνται ψωμί και τραπέζι και μποτίλια και κρασί και πατέρας και μάννα.

Ωσότου πάλι χτυπήσει η καμπάνα στις 2 παρά 20ʼ και βάλουν πάλι τη μάσκα τους την αποκριάτικη και την αρχαιοπρεπή τα πρόσωπα και τα πράγματα.

Να γελά κανείς, να κλαίει για την κατάστασή μας αυτή; Οι πατέρες που δεν είναι και πολύ γραμματισμένοι όταν στέλνουν το παιδί τους στο σκολειό δεν μπορούνε φυσικά να καταλάβουν σε τί καταστροφή πηγαίνει το παιδί τους. Μα είναι και πατέρες μορφωμένοι, που μπορούνε να σκύψουν στην ψυχή του παιδιού τους και να δούνε, πώς την ώρα που απαγγέλλει το μάθημα είτε ιερά ιστορία είναι είτε γραμματική, τίποτε δεν αισθάνεται απʼ ό,τι λέει, θολά και συγκεχυμένα τα πράγματα ανεβοκατεβαίνουν στο μυαλό του, προσέχει στις λέξεις κι όχι στο νόημα, στη φανφαρονία του ήχου και όχι στη βαρύτητα του στοχασμού. Και σ΄αυτούς τους πατέρες στρεφόμαστε.

Είναι ντροπή πλειά νʼ ανεχόμαστε αυτή την κατάσταση. Είναι τόσο φανερά τα πράματα, που δε ζητούμε τίποτʼ άλλο από σας παρά να σκεφτείτε λίγο, να μπείτε λίγο στην ψυχή των παιδιών σας, να πάτε κάποτε στο σκολειό νʼ ακούσετε-τίποτʼ άλλο δε ζητούμε από σας. Και τότε θα εξεργερθείτε όλοι, και θα σας ακολουθήσουν και οι αμόρφωτοι γονέοι και θα ζητήσετε να πάψει πλειά αυτή η διαστρέβλωση του παιδικού μυαλού και της παιδικής καρδιάς και να στηριχτεί απάνω σε θεμέλια φυσικά και γερά, όπως γίνεται παντού αλλού, το εκπαιδευτικό μας σύστημα-δηλαδή; Δηλαδή το μέλλον των παιδιών σας και το μέλλον της Πατρίδας μας.

IV

Αλλά μήπως τα κοινωνικά αποτελέσματα της Καθαρεύουσας είναι ολιγότερον ολέθρια; Μένομε τόσα χρόνια στο σκολειό, (4 χρόνια στο Δημοτικό, 3 χρόνια στο Ελληνικό, 4 χρόνια στο Γυμνάσιο) 11 χρόνια το λιγότερο-τι μαθαίνομε;

Ούτε ένα λογαριασμό να κάμομε δεν μπορούμε.

Ούτε ένα γράμμα να γράψομε δεν μπορούμε.

Ρωτήστε πόσοι έμποροι αμόρφωτοι μαθαίνουν τους γραμματικούς τους που ʽναι τελειόφοιτοι του γυμνασίου, να κάνουν ένα λογαριασμό και να γράψουν απλά, συνηθισμένα γράμματα. Τι μαθαίνομε; Αρχαία Ελληνικά; Οι Δάσκαλοι που τίποτα δεν μπορούν νʼ αντιληφτούν από την ομορφιά των έργων των προγόνων μας, κατορθώνουν να μας κάνουν να μισούμε ό,τι ωραίο ή υπέροχο γράψαν οι αρχαίοι.

Αυτοί που φωνάζουν όλη μέρα για τους προγόνους-προγονόπληχτοι και παπαγάλοι-αυτοί μας εμπνέουν την απέχθεια για τα συγγράμματά τους, γιατί ποτέ πλειά για μας ο Ομηρος κι ο Πλάτωνας κι ο Θουκιδίδης δεν μπορούν να χωριστούν από τις τρομάρες του συνταχτικού, από τις σχολαστικές γραμματικιές “αναλύσεις” από τη “σειρά των λέξεων” κι από τα ιείην, ιείης, ειείη, ιείητον, ιείητον, ιειήτην, ιείημεν, ιείητε, ιείησαν και ιείεν.

Είναι αίσχος. Είναι κάτι τι και θα το βλέπουν οι ερχόμενες γενεές και θα κρύφτουν με τα δυό τους τα χέρια το πρόσωπο από τη ντροπή.

Μα μήπως μαθαίνομε στο σκολειό την Καθαρεύουσα; Καθαρεύουσα δεν υπάρχει. Υπάρχουν καθαρευουσες. Υπάρχουν τόσες γλώσσες όσοι άνθρωποι που γράφουν. Μπορείς να γράψεις ό,τι θες, φτάνει να μην έχεις κανόνα και σύστημα και νάναι επιπόλαιο και γράφεις καθαρεύουσα.

Μήπως μαθαίνομε τη Δημοτική; Τη γλώσσα που ακούμε κάθε μέρα, που μιλούμε στο σπίτι μας, που εκφράζει την αγάπη και το μίσος, τη χαρά και τη λύπη κι ό,τι βαθύ και μεγάλο έχει του ανθρώπου η καρδιά; Α! αυτή ʽναι “χυδαία και βεβαρβαρωμένη και λείψανον δουλείας!”.

Και βγαίνομε από το Γυμνάσιο κι από το Πανεπιστήμιο ύστερα από 15 χρόνια, βγαίνομε-όπως βγαίνομε. Ρήξετε ένα βλέμμα στους γραμματισμένους μας και θα δείτε. Αθλιέστερο θέαμα δεν μπορούν να ιδούν του ανθρώπου τα μάτια.

Η αποστήθιση στο σκολειό τους έκαμε επιπόλαιους και αγράμματους. Ο,τι μάθανε το ξεχάσανε γρήγορα. Κι όχι μόνο αυτό αλλά και τους έκαμεν ανεπίδεκτους να μάθουν πλειά τίποτα. Μισούνε το βιβλίο.

Δηλαδή, μισούνε την Πρόοδο, μισούνε τη Σκέψη και την Ιδέα. Και περιορίζουν το μυαλό τους γύρω τριγύρω στο στενό χιλιοπατημένο κύκλο μιας πραχτικής, μαγγανοτηγαδιστικης ζωής.

Και γυρίζουνε με τα μπαστουνάκια τους στους δρόμους και με την εφημερίδα τους στα καφενεία, ωσότου με ρουσφέτια και με ταπεινοσύνες ή με μαγκούρες και φοβέρες, κατορθώσουν να πετύχουνε μια θέση και να τρώνε από το ταμείο του Κράτους τους κόπους του Λαού. Κι αν δεν μπούνε σε θέση στριγμώνουνται στενά, ύπουλα, στερτά κάπου στην κοινωνία και κωλοσέρνουν τη ζωή τους χωρίς ποτέ να τους ζεστάνει ένα μεγάλο αίσθημα και να τους φωτίσει κάποιο μεγάλο Ιδανικό.

Κι αν κατορθώσει κανείς, μέσʼ από τις χιλιάδες, να βγάλει από πάνω από την ψυχή του το βαρύ, το θανατηφόρο χέρι του Δασκάλου, του ρήχνουνται όλοι και τον ειρωνεύουνται και τον βρίζουν και δεν τον αφήνουν νʼ ανασάνει-ωσότου τον αφομοιώσουν, τον σκοτώσουν ή τον διώξουνε.

V

Και τα ολέθια αυτά αποτελέσματα, απλώνουνται και ριζώνουν και διαλύνουνε το Εθνος.

Προσπαθούν να κάμουν την Καθαρεύουσα γλώσσα πανελλήνια, να επιβάλουν τύπους και κλίσες που είναι αδύνατον πλειά να ζωντανέψουν στα χείλια του λαού, νʼ αντικαταστήσουν λέξες γνωστότατες με λέξες άγνωστες και πεθαμένες-πράμα αδύνατο γιατί καμιά δύναμη στον κόσμο, δεν μπορεί να σταματήσει την εξέλιξη και ν΄αλλάξει τους φυσικούς νόμους.

Κʼ έτσι η Καθαρεύουσα με το να θέλει να διαδοθεί σʼ όλους τους Ελληνες και με το να εμποδίζει μια γλώσσα πανελλήνια να μορφωθεί και να κυριαρχήσει, κατορθώνει να διασπά την Εθνική μας ενότητα και κατορθώνει ακόμη όχι μόνο να μην μπορούμε να επικοινωνούμε πνευματικώς με τους αλύτρωτους αδερφούς μας, μα και να μας τους στερεί και να μας τους αποδιώχνει. Γιατί μη μαθαίνοντας καμιά γλώσσα ζωντανή στα ελληνικά σκολειά που τους έχομε εκεί, αναγκάζονται ως τελειώσουν το σκολειό να μεταχειριστούν ως όργανο της συνηθισμένης εσωτερικής ή εξωτερικής ζωής τους μια γλώσσα ζωντανή που όχι μόνο να γράφεται αλλά και να μιλιέται. Κʼ έτσι μαθαίνουν και μιλούν βουλγάρικα και τούρκικα. Γιατί βέβαια η Καθαρεύουσα δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους, γιατί δεν μπορεί να εκφράσει τα πράματα και τα αισθήματα της καθημερινής ζωής. Δυό κόσμοι σπουδαιότατοι όπου η Καθαρεύουσα δε θα μπορέσει ποτέ της να μπει. Κι αφού δεν μπορεί, τότε είναι αδύνατο ποτέ της ν΄ ανεβεί από τις νεκροθήκες των βιβλίων στα ζωντανά χείλη του λαού. Ο πρώτος κόσμος όπου η Καθαρεύουσα δε θα πατήσει ποτέ της το πόδι είναι οι πρώτες αντίληψες τα πρώτα θεμέλια του ψυχικού μας πλούτου, οι λέξες οι καθημερινές και απαραίτητες που όλη μέρα μπαινοβγαίνουν στο στόμα μας, μητέρα, χέρια, ψωμί. Μπορούμε αυτά να τα πούμε γαλλικά, ιταλικά, κινέζικα,-καθαρεουσιάνικα όμως ποτέ. Ποτέ Ελληνας δε θα βρεθεί να πει (εχτός αν είναι βαριά άρρωστος, ο δυστυχισμένος),-μήτηρ και ύδωρ και άρτος και χειρ.

Δεύτερος κόσμος απροσπέλαστος στην Καθαρεύουσα, είναι ο κόσμος των αισθημάτων. Ευτύς ως ιμβαθύνει κανείς στην ψυχή μας, ευτύς ως η επιφάνεια των πραγμάτων διαπεραστεί και λείψει κάθε επιπόλαια δασκάλικη επιρροή, η Καθαρεύουσα εξαφανίζεται και ανυψώνεται κυρίαρχη μέσα μας και Βασίλισσα η παραγνωρισμένη γλώσσα της Μάννας.

Κι αφού η Καθαρεύουσα-όπως κι αυτοί οι Δάσκαλοι τʼ ομολογούν-δεν μπορεί να εξωτερικέψει τον κόσμο των αισθημάτων, πώς μπορεί πλειά το έθνος να συγκινηθεί από ένα κήρυγμα που να συναρπάζει τις ψυχές και να σπρώχνει στα μεγάλα τα έργα, πώς μπορεί να επικοινωνήσει και να συνταραχτεί από ένα μεγάλο αίσθημα, να συνταραχτεί σύσσωμο, από τον κατώτερο ως τον ανώτερο, από τα βάθη της Ηπείρου ως τα πέρατα της Ασίας, όπου σκορπισμένοι περιμένουνε οι Ελληνες το λυτρωμό;

Ησυχα, απλά, ξετυλίξαμε μπροστά σας την καταστροφή που φέρνει η Καθαρεύουσα στα παιδιά και στην κοινωνία και στο Εθνος. Είναι φως φανερό.

Η Καθαρεύουσα είναι ανίκανη να διαπλάσει την καρδιά του παιδιού. Η Καθαρεύουσα πνίγει το νου και διαστρεβλώνει τη φυσιολογική ανάπτυξη των παιδιών.

Η Καθαρεύουσα μας κάνει επιπόλαιους ανθρώπους των άδειων λέξεων και της φανφαρόνικης φρασεολογίας.

Η Καθαρεύουσα μας εμποδίζει νʼ αγαπούμε το βιβλίο, τη μελέτη, καθετί το σοβαρό και μελετημένο.

Η Καθαρεούσα διασπά τη γλωσσική ενότητα του Εθνους και σιγά σιγά κι αυτή μας την εθνική ενότητα.

VI

Και τώρα τι πρέπει να γίνει;

Οι φρόνιμοι σταυρώνουν τα χέρια τους, χασμουργιούνται και λένε: “Ωχ αδερφέ, αφήσετε τη γλώσσα να προχωρεί μόνη της. Το ζήτημα το γλωσσικό μόνο του θα λυθεί”. Κʼ η ιδέα αυτή η ωχαδερφική και τεμπέλικη ριζώνεται στην ψυχή μας κάθε μέρα, γιατί ʽναι εύκολη, γιατί δε μας επιβάλλει κανένα καθήκον και δε διαταράζει καθόλου την καφενειακή μας μακαριότητα.

Ναι, το ζήτημα το γλωσσικό θα λυθεί με τον καιρό, σύμφωνα με τους γλωσσικούς νόμους που καμιά γλώσσα δεν μπορεί να παραβεί. Γιατί ʽναι νόμοι φυσικοί. Μα πρέπει να μη θέτομεν εμπόδια στους νόμους αυτούς, όχι γιατί δε θα νικήσουνε και δε θα επιβληθούνε στο τέλος, μα γιατί ίσως όταν έρθη ο καιρός να νικήσουνε και να επιβληθούν, θάναι πολύ αργά. Ισως να μη βρούν κανένα μας να σώσουν.

Τι εμπόδια θέτομε εμείς στους γλωσσικούς νόμους που ν΄αργοπορούνε το ξετύλιγμά τους-κʼ επομένως και την εθνική μας αναγέννηση;- Το Σκολειό. Μεγαλύτερο, ολεθριότερο εμπόδιο, αδύνατο να υπάρξει. Ο φυσικός νόμος λέει τούτο, το Σκολειό λέει το αντίθετο. Το Σκολειό κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον του Σπιτιού. Και το παιδί ανάμεσά τους τα χάνει, δεν ξέρει τι να γενεί, σε ποιο να καταφύγει, τι να πιστέψει, το βιβλίο ή τη ζωή, το στόμα ή την πέννα, το χαρτί ή τη σάρκα, το Δάσκαλο ή τη Μητέρα.

Κι αυτό γίνεται κάθε μέρα μπροστά στα μάτια μας και τίποτα δε βλέπομε, ούτε καν την ανατριχίλα νοιώθουμε του Γκρεμού που ολοένα σιμώνει. Κάθε μέρα χιλιάδων παιδιών μας ο νους και η καρδιά στρεβλώνουνται μέσα στους τοίχους των Σκολειών-και τα παιδιά αυτά είναι η νέα γενεά που θʼ αντιμετωπίσει μεθαύριο τις πιο κρίσιμες περιστάσες απʼ όσες ποτέ της πέρασε η Πατρίδα μας-κι αν μοιάζει με τις παλιές; Αν μοιάζει με την τωρινή; Πρέπει να φωτιστεί ο λαός, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να μάθει επί τέλους ότι το γλωσσικό ζήτημα δεν είναι ούτε φιλολογικό, ούτε επιστημονικό ζήτημα. Είναι ζήτημα Εθνικό.

Και πρέπει βαθιά να καταλάβομε πως όλες αυτές οι μεταρρυθμίσες που γίνουνται, με τους εφήμερους νόμους και με τις αμελέτητες Βουλές-είναι επιπόλαιες, χωρίς κανένα πραχτικό αποτέλεσμα, μάταιες και παιδιακίστικες.

Κι αν τα Οικονομικά μας πληθύνουν, κι αν έχομε θωρηχτά και αντιτορπιλλικά χιλιάδες, κι αν έχομε οργανισμούς στρατών τέλειους, κι αν το σύνταγμνά μας είναι ένα νομικό αριστούργημα ή δεν είναι καλό κʼ έρθουν Εθνοσυνέλευσες και τʼ αλλάξουν κι αν αλλάξομε βασιλιάδες κʼ υπουργούς-όλα αυτά δεν έχουν καμιά, απολύτως καμιά σημασία. Ολα αυτά ποτέ τους δε θα μπορέσουν να μας σώσουν. Από τίποτα πʼ αυτά δεν έχομε ανάγκη. Από ένα μόνο έχομε ανάγκη.

Από ανθρώπους.

Αν δε μορφώσομε “ανθρώπους”-άντρες που να μπορούν να νοιώσουν το μεγάλο κοινωνικό κʼ εθνικό προορισμό τους και μητέρες που να ξέρουν νʼ αναθρέψουν τα παιδιά τους στην αγάπη της Πίστης και της Πατρίδας-τίποτα, κανένα νομοθέτημα, καμιά Βουλή, καμιά προσπάθεια δε θα μπορέσει να μας σώσει. Και για να μορφωθούν οι χαραχτήρες αυτοί χρειάζεται από τα πιο μικρά τους χρόνια να μορφωθεί η καρδιά κι ο νους τους. Και για να μορφωθεί η καρδιά και ο νους, ένα μόνο μέσο υπάρχει,-η Γλώσσα. Και τέτοια γλώσσα μορφωτική της καρδιάς και του νου, μία μόνο υπάρχει, η γλώσσα της Μητέρας, που είναι μέσα στο αίμα μας και στην ψυχή μας και που μόνη μπορεί να μας συγκινήσει και να ξυπνήσει μέσα μας τις μεγάλες ορμές της φυλής μας. Δεν είναι καιρός να σταυρώνομε τα χέρια μας. Δεν πρέπει να το ξεχνούμε. Η φυλή μας βρίσκεται σʼ ένα σταυροδρόμι θριάμβου ή Γκρεμού.

VII

Μα θα πείτε: Υπάρχει μια τέτοια πανελλήνια γλώσσα, που να ενώνει σφιχτά σφιχτά, όλο το Εθνος; Οσοι αστόχαστα και βέβηλα κρίνουν και τα πιο σοβαρά ζητήματα του έθνους, αποκρίνονται πως τέτοια πανελλήνια γλώσσα δεν υπάρχει! Υπάρχουν τόσες γλώσσες όσες κʼ επαρχίες.

Ανεπιστημονικώτερο επιχείρημα είναι δύσκολο να βρουν και οι δάσκαλοι ακόμα. Σε κανένα έθνος του κόσμου δεν υπάρχει τόση γλωσσική αρμονία, όση στην Ελλάδα. Μόνο σε δυο τρεις τόπους για λόγους ιστορικούς ή γεωγραφικούς, στην Τραπεζούντα, στην Κύπρο, στην Τσακωνιά, οι διαφορές είναι μεγάλες. Παντού αλλού μια μόνο γλώσσα υπάρχει. Γιατί από ένα μόνο συνταχτικό κι από μια μόνο γραμματική κυβερνούνται. Και σʼ αυτό έγκειται η διαφορά των γλωσσών και όχι σε μερικές διαφορές των λέξεων.

Σε μερικούς τόπους π.χ. λένε “όρνιθα”, σε άλλους τόπους λένε “κόττα”. Και είναι κωμικά ηλίθια η προσπάθεια των δασκάλων για να ενώσουν τάχατε τον Ελληνισμό να εφευρίσκουν μιαν άλλη λέξη, που πουθενά δεν την γνωρίζουν, πουθενά όχι μόνο δεν τη λένε αλλά και ούτε είναι δυνατό να την πούνε, τη λέξη: “αλεκτορίς, αλεκτορίδος”. Δεν είναι πιο λογικό, πιο εθνικό να μεταχειριστούμε τη λέξη που γνωρίζουν τουλάχιστον οι μισοί Ελληνες κι όχι τη λέξη που κανένας δεν την ξέρει κι αν τη μάθει είναι αδύνατον να τη μεταχειριστεί; Δεν είναι πιο εύκολο και πιο απλό οι άλλοι μισοί να μάθουν τη γνωστή λέξη, παρά να μάθουν όλοι μιάν άγνωστη, σε μιάν κλίση πεθαμένη, που αδύνατο πλειά να ξανάρτει στη ζωή; Το παράδειγμα αυτό δείχνει τέλεια τη μέθοδο που μεταχειρίζονται οι καθαρευουσιάνοι για να ενώσουν γλωσσικώς τους Ελληνες. Είναι φοβερό να συλλογάται κανείς πόσο στενό πρέπει να είναι το μυαλό εκείνο που μεταχειρίζεται τέτοιους τρόπους για τέτοιο σκοπό!

Οι διαφορές στα Ελληνικά ιδιώματα είναι πολύ ολίγες και πολύ ασήμαντες, αφού είναι μόνο διαφορές λέξεων και όχι τυπικού και συνταχτικού. Ο Ελληνας της Σμύρνης πολύ εύκολα θα συνεννοηθεί με τον Κωσταντινουπολίτη, με τον Αθηναίο, τον Κρητικό, τον Εφτανήσιο. Αν σε μερικές λέξεις σκοντάψουν, κι αυτό θα λείψει όταν μια φιλολογική σειρά έργων καθιερώσει μιαν ορισμένη διάλεχτο σε όλη την Ελλάδα. Ετσι καθιερωθήκανε όλες οι γλώσσες.

Στην αρχή ισοδύναμες διάλεχτες παντού, καμιά δεν κυριαρχούσε. Με τον καιρό έτυχε για λόγους πολιτικούς, οικονομικούς κλπ., σε μια ορισμένη διάλεχτο να γραφούν μεγάλα φιλολογικά έργα. Κʼ η διάλεχτος επεβλήθηκε έτσι στις άλλες και γίνηκε γλώσσα εθνική. Τι συνέβη στην αττική διάλεχτο, π.χ., που πάντα μας φέρνουν ως επιχείρημα οι δασκάλοι και δε βλέπουν πως είναι δικό μας, δυνατότατο επιχείρημα; Ακούσετε τι λέει ο Ξενοφώντας:

“Φωνήν δε την πάσαν ακούοντες οι Αθηναίοι, εξελέξαντο τούτο μεν εκ της, τούτο δε εκ της και οι μεν Ελληνες ιδία μάλλον φωνή και διαίτη και σχήματι χρώνται, Αθηναίοι δε κεκραμένη εξ απάντων των Ελλήνων και βαρβάρων”.

Παραδίνομε τη φράση αυτή και την αφιερώνομε στους δασκάλους για να τη μελετήσονε και να μην πολυμιλούνε.

VIII

Λένε ακόμα πως η δημοτική μας αυτή γλώσσα είναι χυδαία. Και δεν κατάλαβαν ακόμη πως καμιά γλώσσα και καμιά λέξη δεν μπορεί να είναι χυδαία. Χυδαία μόνο ή ευγενικά είναι τα πράγματα που κάθε λέξη εκφράζει. Η λέξη είναι σαν τον καθρέφτη. Και καθώς δεν μπορούμε να πούμε πώς ο καθρέφτης που έχει μπροστά του και καθρεφτίζει πράγματα χυδαία, κουρέλια ή σκουπίδια, είναι χυδαίος, παρά μόνο πως τα κουρέλια και τα σκουπίδια είναι χυδαία, έτσι δεν μπορούμε να πούμε και για μια λέξη πως είναι χυδαία παρά μόνο πως τα πράματα που εκφράζει είναι χυδαία. Αυτή την απλή, την απλούστατη σκέψη δεν μπόρεσαν ακόμα να ψελλίσουν τα δασκάλικα μυαλά. Κʼ είναι απελπιστικά θλιβερό για την πρόοδο της ανθρωπότητας να βλέπει κανείς ξεφυλλίζοντας την Ιστορία, πως επιχειρήματα που τώρα κʼ έξη κ΄εφτά αιώνες έφερναν οι τότε τάχατε σοφοί, τα ξαναφέρνουν πάλι, με το μονότονο, το κουραστικό πείσμα της στενοκεφαλιάς. Δεν μπόρεσε λοιπόν ο άνθρωπος να εξελιχτεί καθόλου κʼ η σκέψη του δεν μπόρεσε να ξανοιχτεί λίγο, να ελευθερωθεί, να προχωρήσει; Δεν υπάρχει θλιβερότερο πράμα παρά να βλέπει κανείς τη σημερινήν αντίληψη των φιλολόγων μας και των επιστημόνων μας και να την παραβάλει με τα όσα απαράλλαχτα ανόητα ειπωθήκανε στην Ιταλία τον 13ον αιώνα ωσότου ήρθε ο Δάντης, στη Γερμανία ωσότου ήρθε ο Λούθηρος, στη Ρωσία ωσότου ήρθε ο Λομονόσωφ. Και κάτι ανώτερο από το Λομονόσωφ και το Λούθηρο έχομε εμείς, τα Δημοτικά μας τραγούδια. Τα ίδια επιχειρήματα φέρνανε. Τις ίδιες διαδοχικές υποχώρησες και τότε και τώρα κάνουνε. Στην αρχή ούτε ποιήματα επιτρέπουνε να γράφουνται στη γλώσσα του Λαού. Μα η Δημοτική ξεχειλίζει και σπα τους φράχτες και χύνεται ποτίζοντας δημιουργικά την ποίηση, το διήγημα, το μυθιστόρημα, το δράμα. Οι δασκάλοι τρομαγμένοι μαζεύονται στα Πανεπιστήμια, στα Σκολειά, στα Εππιστημονικά βαριά βιβλία, κι αποκεί φωνάζουν: Αδύνατον η χυδαία γλώσσα του λαού να εκφράσει μεγάλα επιστημονικά διανοήματα. Κʼ έρχεται πάντα κάποιος γλωσσοπλάστης και με τα χέρια του η γλώσσα ποτίζεται, φουντώνει, ανθίζει και καρποφορεί, γιατί ʽναι ζωντανή κι όπως κάθε ζωντανός οργανισμός έτσι κι αυτή μπορεί νʼ απορροφήσει λέξες αρχαίας ή ξένης γλώσσας και να τις αφομοιώσει και να τις κάμει δικές της.

Κʼ έτσι όταν συνηθίσομε στη Δημοτική να εκφράζομε άλλα πράματα απʼ ό,τι αναγκαζόμαστε να τη βάζομε να εκφράζει τώρα, τότε ούτε φτωχή κι ούτε χυδαία θα μας φαίνεται. Ετσι έγινε παντού. Ετσι θα γίνει και σε μας. Αναπόφευχτα.

Μα πρέπει να μην εμποδίζομε τη φυσικήν εξέλιξιν, πρέπει να βγάλομε τα εμπόδια που παραστρατίζουν και στριγμώνουν τη φυσική ροή των πραγμάτων.

Και γιʼ αυτό οι Σύλλογοι για τη διάδοση των ιδεών αυτών και για την υποστήριξη της Δημοτικής είναι απαραίτητοι. Ετσι φωτίζεται ο Λαός, νοιώθει πόσο σοβαρότατο είναι το ζήτημα, προετοιμάζεται να το μεταβάλει σε ζήτημα κοινωνικό, κʼ ύστερα και πολιτικό-οπότε με νόμους πλειά θα μεταβληθεί το σύστημα το εκπαιδευτικό μας και θʼ αρχίσει η μεγάλη εθνική αναγέννηση.

Ετσι μόνο θα λυθεί μια μέρα το γλωσσικό μας ζήτημα, χρειάζεται ενέργεια, εργασία, σύλλογο δημοτικιστών, παντού φως, αγάπη, ενθουσιασμός. Να μην αφήσομε το ζήτημα στα χέρια των Δασκάλων. Η ιστορία μας διδάσκει πως αυτοί πάντα έρχονται τελευταίοι. Αυτοί και να θένε δεν μπορούν ν΄αντιληφτούν το ζήτημα. Ανατραφήκανε μέσα σε περιβάλλον που τους διαπότισε σιγά, σιγά κι αθόρυβα, ως το μυαλό των κοκκάλων, με την πρόληψη τη γλωσσική. Και μπορούν νʼ αγαπούν την Πατρίδα και να πονούν τον τόπο τους κι όμως να μη βλέπουν πως αυτοί καταστρέφουνε το Εθνος. Παίρνουνε τα παιδιά μας γεμάτα ζωή, εξυπνάδα, αίμα και μας τα γυρίζουν νέους αγράμματους, χλωρμούς, σερσέμηδες. Ποιος απʼ όσους βγήκαν από το σκολειό, εχτός αν του δοθούν εξαιρετικά καλές περίστασες, μπόρεσε νʼ ανοίξει πλειά βιβλίο αρχαίο και να ζητήσει αποκεί παρηγοριά κι ανακούφιση κʼ ευγενικότητα και ορμή; Κανένας. Αυτοί που κόβουνται και φωνάζουνε για τους προγόνους, αυτοί τους σκοτώνουν κάθε μέρα κι όχι μόνο αυτό αλλά και μας τους καταντούν ολέθριους στη φυλή. Αν ήξεραν να μας μάθουν γιατί πρέπει νʼ αγαπούμε τα έργα των προγόνων μας, θάμαστε τότε πιο στοχαστικά και πιο γόνιμα περήφανοι για την ευγενικότητα της φυλής μας. Δε θα καταδεχόμαστε τότε νάχομε μιτιρίζα τους τάφους και να κρυβόμαστε πίσω από τα μνήματα και θα προτιμούσαμε να κοπούν και τα δυο μας χέρια, παρά να στεκόμαστε γραμμή γραμμή ζητιάνοι απόξω από τα μουσεία και μπροστά από τα σπασμένα μάρμαρα ζητώντας από την Ευρώπη ελεημοσύνη.

Είναι φοβερό. Μας κατηγορούν εμάς τους δημοτικιστές πως περιφρονούμε τους προγόνους μας. Ακούσετε τι λένε αυτοί και τι λέμε εμείς και συγκρίνετε. Γιατί ʽναι καιρός πλειά να πάψει αυτή η κωμωδία που παίζεται εις βάρος του Λαού. Οι Δασκάλοι λένε: “Τίποτα ωραιότερο από τα έργα των προγόνων μας. Η γλώσσα τους, η φιλολογία τους, η Τέχνη, όλα τους είναι τέλεια. Ο,τι έχομε εμείς σήμερα, γλώσσα, φιλολογία, τέχνη, είναι χυδαίο και βάρβαρο. Και πρέπει να τα πετάξομε πέρα και να γυρίσομε πίσω αντιγράφοντας τους προγόνους”.

Εμείς λέμε: “Τίποτα ωραιότερο από τα έργα των προγόνων μας. Η γλώσσα τους, η φιλολογία, η τέχνη, όλα τους είναι τέλεια. Κʼ έχομε μεγάλο καθήκον γιατί φέρνομε μεγάλο όνομα και πρέπει διπλά από τους άλλους λαούς να εργαστούμε για να κάμομε κάτι τι αντάξιο των προγόνων. Γιατί η ζωή πηγαίνει μπροστά και ποτέ δε γυρίζει πίσω. Και γιʼ αυτό να τους αντιγράφομε και να τους παπαγαλίζομε, ούτε δυνατόν είναι, ούτε και πρέπει. Δεν είναι δυνατό γιατί νόμος φυσικός είναι όλα νʼ αλλάζουν με τον καιρό και κάθε εποχή νάχει δική της εξέλιξη και στη γλώσσα και στη φιλολογία και στην Τέχνη. Ούτε και πρέπει, γιατί αν έχομε φιλοτιμία πρέπει κάτι κʼ εμείς δικό μας να κάμομε συνεχίζοντας κι όχι αντιγράφοντας το έργο των προγόντων”.

Συγκρίνετε τώρα. Και πέστε ποιος καλύτερα αντιλαμβάνεται, εμείς ή οι Δάσκαλοι, τα καθήκοντα που μας επιβάλλει το μεγάλο όνομα που φέρνομε;

IX

Κʼ οι Δάσκαλοι δεν περιορίζονται μόνο σε τέτοιες ψεύτικες κατηγορίες, που με το πρόσωπο της λογικής συζήτησης πέφτουν. Τολμούν ακόμα να μας λένε “οπισθοδρομικούς”. Εμείς οπισθοδρομικοί που παίρνομε την τελευταία εξέλιξη της γλώσσας, την πιο νέα μορφή της, κ εμπροσθοδρομικοί είναι αυτοί που παίρνουν τύπους παμπάλαιους και λέξες που ζήσανε τώρα και χίλια και δυό χιλιάδες χρόνια και θέλου να μας γυρίσουν πίσω στη γλώσσα του Πλάτωνα ή τουλάχιστον του Ξενοφώντα! Ταράζεται κανείς στομαχικώς και καλύτερα ν αποφεύγει την ανατροπή μερικών επιχειρημάτων.

Χ

Και όλα αυτά γιατί;

Γιατί υπάρχει η αιώνια παρεξήγηση μεταξύ Δημοτικιστών και Λαού.

Εμείς πολεμούμε με όπλα τίμια, λέμε τη γνώμη μας, την υποστηρίζομε, τίποτ άλλο δε ζητούμε από τους αντίθετους παρά νάρθουν μαζί μας σε μια συζήτηση σοβαρή, λογική, χωρίς φωνές και θυμούς κʼ εκείνοι μεταχειρίζονται όπλα όχι τίμια κι ανακατεύουνε με ζήτημα τόσο ιερό, συκοφαντίες τόσο πρόστυχες.

Είναι εύκολο να σφυρίζει κανείς και να πλάθει λέξεις γελοίες και να λέει πως είναι δικές μας και πως αυτή τη γλώσσα θέμε.

Είναι εύκολο να λένε πως σκοπός μας είναι νʼ αγγίξομε στα ιερά βιβλία και να τα μεταφράσομε.Τέτοια τα όπλα των Δασκάλων. Συκοφαντία και ψευτιά. Εμείς ούτε στη Θρησκεία θέμε ν αγγίξομε, ούτε λέξες να δημιουργήσομε. Οι λέξες υπάρχουν στο στόμα του Λαού κ η Θρησκεία είναι το μεγαλύτερο θεμέλιο που θέτομε στην ανατροφή των παιδιών μας. Εμείς σʼ ένα ζήτημα τόσο σοβαρό δεν καταδεχόμαστε νʼ ανακατέψομε εύκολες ευφυόλογες ειρωνείες ή συκοφαντίες των δρόμων. Και τα προσωπικά και τα συμφέροντα και τα πάθη εκμηδενίζονται μπροστά στη σοβαρότητα του σκοπού. Και γιʼ αυτό ποτέ δε θα καταδεχτούμε να μεταχειριστούμε για όπλα τις υπερβολές όπου ξεπέφτουν μερικοί από τους αντίθετους και λέξη δε θα πούμε για τους Νιφοκοκκοζωμους και τους Μιστριώτηδες. Και γιʼ αυτό, μας φαίνεται έχομε κʼ εμείς την αξίωση και το δικαίωμα να ζητήσομε ανάλογη τιμιότητα από τους αντιπάλους. Να μη φέρνουν επιχειρήματα λέξεις γελοίες και αηδείς, τάχατε πως είναι δικές μας. Είναι καιρός να πάψουνε πλειά να εξαπατούνε το λαό με τέτοια παιδιάστικα μωρολογήματα. Οταν ο λαός ξυπνήσει, όταν έρθομε μαζί του σε μια συνεννόηση, όταν του πούμε πρόσωπο προς πρόσωπο τι θέμε, ποιος είναι ο σκοπός μας, όταν δει πως ό,τι κάνομε το κάνομε για το συμφέρο του και για το συμφέρο όλου του έθνους-τότε οι Δασκάλοι τι θα γίνουν;

ΧΙ

Θάρθει εποχή που θα φαίνεται ανεξήγητο το πώς να μην κατορθώσουμε τόσον καιρό νάρθομε σε μια συνεννόηση ο Λαός κʼ οι Δημοτικιστές. Μα θα το κατορθώσομε. Εμείς μόνο μια ώρα θέμε να μιλήσομε με το Λαό. Μια ώρα φτάνει. Και τότε, άμα μας ακούσουν όλοι θʼ ανοίξουνε τα μάτια τους με έκπληξη κι όλοι θα φωνάξουνε: - Μα τούτο λοιπόν ζητάτε; Μα είμασταν σύμφωνοι. Γιατί όλοι μας έχομε παιδιά και είδαμε πως μας τα κατάντησαν τα σκολειά. Γιατί όλοι μας διψούμε να μάθομε, να προχωρήσομε. Γιατί όλοι μας πονούμε την Πατρίδα μας και θέμε να τη δούμε πάλι δυνατή και μεγάλη!

Είναι μια παρεξήγηση τόσο απίστευτη που πρέπει κανείς χίλιες φορές να ρώτα τον εαυτόν του. Πώς είναι δυνατό να συμβαίνει; Πώς είναι δυνατόν, οι Δασκάλοι να βρίζουν το Λαό, να του λένε πως η γλώσσα του είναι χυδαία και βάρβαρη, πως τα ιδανικά του είναι πρόστυχα κʼ οι ανάγκες του ταπεινές κι ο Λαός ένας Λαός τόσο έξυπνος -να τους λέει: Ευχαριστώ και να τους ανέχεται και να τους λιβανίζει. Κʼ οι Δημοτικιστές που του λένε πως η γλώσσα του είναι μια από τις ομορφότερες γλώσσες του κόσμου και πρέπει να τη μορφώσομε, να την πλουτίσομε, να γενεί η βάση της πνευματικής μας ζωής, να εκφράσει τα ιδανικά τα μεγάλα του λαού μας, τον πόνο τον εθνικό μας, τις χαρές μας, τα όνειρα, τις ελπίδες, οι Δημοτικιστές αυτοί να μισούνται, να γιουχαϊζουνται, να τους λένε προδότες, να μην μπορούν να περαστούν από πουθενά χωρίς να σφυριχτούνε και να βριστούν;

Είναι αδύνατο μυαλό ανθρώπου να χωρέσει μια τόσο τερατώδικη παρεξήγηση.

XII

Μα ο Ηλιος της Αλήθειας πάντα του ανατέλλει όσο πολύ κι αν βάσταξε η νύχτα της ψευτιάς. Κʼ είναι φυσικό να πρωτοροδίσει τα Κρητικά βουνά. Γιατί από εδώ ξαναβγήκε τώρα και 300 χρόνια με τον Κορνάρο και το Χορτάτση. Αν δεν είχε πέσει απάνω μας η νύχτα της τούρκικης σκλαβιάς, το γλωσσικό ζήτημα θα τόχαμε εμείς οι Κρητικοί λυμένο τώρα και 300 χρόνια.

Μα δεν πειράζει. Εχομε πάντα καιρό να συνεχίζομε και νʼ αποτελειώνομε το έργο των πατέρων. Διώξαμε από πάνω μας τον τούρκικο ζυγό, εμείς θα διώξομε και το γλωσσικό ζυγό που βαραίνει και σκλαβώνει όλο το έθνος. Κι όταν μεθαύριο γίνει η Ενωση δεν έχομε καλύτερο δώρο να κρατούμε της Μητέρας μας, παρά την αντίληψη αυτή τη χειραφετημένη, τη φωτεινή που κλεί μέσα της όλα τα ξημερώματα.

Αδιάφορο πως μπορεί στην αρχή να γεννηθούν μερικές παρεξήγησες (1). Ετσι πάντα γίνεται. Μια ιδέα όσο κι αν είναι σωστή, στην αρχή βρίσκει πάντα της αντίδραση. Οποιος 24 ώρες πριν από τους άλλους δει την αλήθεια, θεωρείται επί 24 ώρες τρελλός.

Οποιος φύγει από τη μεγάλη μάχη του Μαραθώνα όπου νικήθηκαν οι βάρβαροι και τρέχει προτήτερα από τους άλλους και αναγγείλει στους ανθρώπους της Πολιτείας τη Νίκη-πέφτει αυτός νεκρός.

Γιατί έτρεξε πάρα πολύ γρηγορώτερα από τους άλλους.

Δεν πειράζει. Τι πειράζει; Πρόφτασε και είπε: Νενικήμεν!

Και τη στιγμή αυτή που τελειώνοντας την Απολογία μας αφήνομε το Λαό να μας κρίνει-τη στιγμή αυτή η καρδιά μας πλαταίνει από τη βαθύτατη ευχαρίστηση της ικανοποιημένης συνείδησης. Μας φαίνεται ότι κάναμε το χρέος μας.

Μας φαίνεται πως συνεισφέρομε κʼ εμείς όσο μπορούμε στο καλό της Πατρίδας μας.

Προσπαθήσαμε απλά, ήρεμα, θαρρετά, να πούμε τη γνώμη μας. Κι αν κάποτε παραφερθήκαμε λίγο εναντίον των Δασκάλων, το κάμαμε γιατί μέσα μας πονεί η καρδιά μας κοιτάζοντας πως καταντήσαμε εξ αιτίας τους. Μα τώρα που τελειώνομε, μια μεγάλη αγάπη απλώνεται μέσα μας κʼ εξαγνίζει την ψυχή μας και διώχνει το θυμό. Κι απάνω από τα προσωπικά κι απάνω από τα πάθη τα μικρόψυχα των ατόμων απλώνομε αδερφικά τα χέρια μας σε όλους χωρίς καμιάν αγανάχτηση χωρίς κανένα πείσμα. Γιατί το ζήτημα το γλωσσικό, μην το ξεχνούμε, δεν είναι μήτε φιλολογικό, μήτε ζήτημα επιστημονικό.

Είναι ζήτημα εθνικό. Και σε τέτοια ζητήματα δε χωρούνε μικροφιλοτιμίες και πείσματα προσωπικά, μήτε φόβοι.

Γιʼ αυτό και οι βρισιές κʼ οι ειρωνείες, κʼ οι κατατρεμοί δε θα μπορέσουν ποτέ να μας κάμουνε νʼ αποσυρθούμε και να σταυρώσομε κʼ εμείς τα χέρια και να βλέπομε με αδιαφορία, ασάλευτοι, την πατρίδα μας να φέρνεται στο χαμό. Ούτε θα μπορέσουνε να μας κάμουνε ποτέ νʼ αγαναχτήσομε και να παραφερθούμε. Γιατί ξέρομε πως η αλήθεια είναι μαζί μας κʼ ευτύς ως ο Λαός μάθει τι ζητούμε και ποιος είναι ο σκοπός μας, θα ʽρθει μ΄εμάς.

Είμαστε ήρεμοι γιατί έχομε δίκαιο.

Τα πράματα είναι τόσο απλά, τόσο φωτεινά και ξάστερα που με πεποίθηση και γαλήνη στεκόμαστε μπροστά σας και Σας λέμε: Κοιτάχτε τι σας είπαμε, σκεφτείτε και κρίνετέ μας.

(1) Μια τέτοια παρεξήγηση μαθαίνομε γίνηκε προχτές στα Χανιά.