Φροντίδα για τη γλώσσα
(Η ανάγκη χρήσεως αρχαιότροπης γενικής στα ουσιαστικά)

Του Aιμίλιου Ψαθά  20/6/2011

Η γενική πτώση δημιουργεί μερικές φορές προβλήματα στη γλώσσα μας. Γενικώς η γενική στα βυζαντινά χρόνια είχε αρχίσει να κλονίζεται. Πάντως τελευταία, με την επίδραση της λόγιας γλώσσας και με την παιδεία, άρχισε να αναζωογονείται. Ομως δυσκολίες εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές και πολλά θα μπορούσε να γράψει κανείς για το πρόβλημα γενικής στη νεοελληνική. Εδώ θα θίξομε μερικές μόνο περιπτώσεις, τις πιο συνηθισμένες.

Ενα μεγάλο πρόβλημα είναι πώς θα πούμε στη γενική πτώση το θηλυκό των ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή τίτλο. Πώς θα πούμε π.χ. στη γενική τα ουσιαστικά η συγγραφέας, η επιστήμονας, η υποθηκοφύλακας, η γυμνασιάρχης, η νομάρχης, η ταμίας, η ειρηνοδίκης... Μέχρι τώρα έχομε ακούσει ή έχομε δει γραμμένους τύπους όπως: της συγγραφέα ή της συγγαφέας, της γυμνασιάρχη ή της γυμνασιάρχης και άλλα τέτοια γλωσσικά τέρατα.

Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από τότε που, με την ισότητα των δύο φύλων, η γυναίκα βγήκε από το σπίτι, στο οποίο παλαιότερα ασχολούνταν αποκλειστικά ως νοικοκυρά, και πήρε μέσα στην κοινωνία θέση δίπλα στον άντρα και ανέβηκε σε επαγγέλματα και σε τιμητικές θέσεις.

Η μόνη λύση που υπάρχει στην περίπτωση αυτή, είναι να πούμε τη γενική σε αρχαία μορφή: της γραμματέως, της λυκειάρχου, της βιβλιοφύλακος, της διδάκτορος, της επαγγελματίου, της κτηματομεσίτου, της ειρηνοδίκου 1 κ.τ.λ.

Επίσης πρόβλημα συνήθως στη γενική πτώση, του πληθυντικού όμως αριθμού, παρουσιάζουν τα θηλυκά ουσιαστικά καθαρώς λαϊκής προελεύσεως, που δεν υπάρχουν στο λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής ή που στη νεοελληνική άλλαξαν μορφή. Τέτοια είναι π.χ. η μπάλα, η κούκλα, η μαυρίλα, η σκούπα, η κότα, η ράχη, η φλούδα, η δουλειά, η ρόδα, η βρύση, η βρισιά και άλλα πολλά. Και σε αυτές τις περιπτώσεις βοήθεια παίρνομε από τις παλαιότερες μορφές της γλώσσας μας.

Χρησιμοποιούμε δηλαδή την παλιά λέξη, όπου υπάρχει:

θύματα των τροχών, πίνακας εργασιών, ασθένειες ορνίθων, κείμενο πλήρες ύβρεων κ.τ.λ. γιατί γενικές όπως των ροδών, των δουλειών, των κοτών... δε λέγονται.

Ετσι, σε βιβλίο π.χ. εσόδων - εξόδων του σχολείου μπορεί να γράψεις: αγορά μιας σκούπας, αλλά στον πληθυντικό θα γράψεις: αγορά πέντε σαρώθρων.

Αλλο που πρέπει να προσέξομε είναι ότι τα προπαροξύτονα αρσενικά σε -ος και ουδέτερα σε -ο, κατεβάζουν στη γενική ενικού και πληθυντικού τον τόνο τους στην παραλήγουσα (τα αρσενικά και στην αιτιατική πληθυντικού). Λέμε δηλαδή στα λόγια ουσιαστικά: ο παιδίατρος, του παιδιάτρου, των παιδιάτρων, τους παιδιάτρους (όχι του παιδίατρου), ο φιλόλογος, του φιλολόγου, των φιλολόγων, τους φιλολόγους, το πανεπιστήμιο του πανεπιστημίου, των πανεπιστημίων (και όχι του πανεπιστήμιου), το συμπόσιο, του συμποσίου. Ετσι και για τα αρχαία ονόματα ή ονόματα σε λόγια μορφή: ο Όμηρος, του Ομήρου, ο Ηρόδοτος, του Ηροδότου, ο Βασίλειος, του Βασιλείου. Είναι εντελώς αφύσικο σε μια λόγια λέξη ή σε ένα αρχαίο κύριο όνομα να μην κατεβάζεις τον τόνο και να λες: των πανεπιστήμιων, του Όμηρου... Εξαιρούνται μόνο οι καθαρώς λαϊκές λέξεις, λέξεις δηλαδή που τις λέει ο πολύς κόσμος, ο λαός, στην καθημερινή του ομιλία κάτι που δεν είναι σύγχρονα λόγια δημιουργήματα και δεν υπήρχαν στην αρχαία μας γλώσσα, με τη μορφή τουλάχιστον με την οποία λέγονται σήμερα. Αυτές οι λέξεις δεν κατεβάζουν τον τόνο τους. Λέμε δηλαδή στα λαϊκά ουσιαστικά: ο καλόγερος, του καλόγερου, των καλόγερων, τους καλόγερους (όμως στη λόγιο μορφή: ο καλόγηρος, του καλογήρου, των καλογήρων), ο αυλόγυρος, του αυλόγυρου, κ.τλ. Ετσι, στα ουδέτερα λαϊκής προελεύσεως: το σίδερο, του σίδερου (όμως λόγια μορφή: ο σίδηρος, του σιδήρου), το Σαββατοκύριακο, του Σαββατοκύριακου, το ροδάκινο, του ροδάκινου (και όχι του Σαββατοκυριάκου) κ.τλ. Ετσι ακόμη και: ο Θεόδωρος, του Θεοδώρου, ενώ στη λαϊκή μορφή: ο Θόδωρος, του Θόδωρου.

Ακόμη γενική ενική ενικού ονομάτων πόλεων, χωριών, τοποθεσιών που λήγουν σε -ι θα μπορούσε, κάπως επίσημα, να σχηματιστεί μόνο αρχαιότροπα: το Τυμπάκι, του Τυμπακίου, το Πετρίτσι, του Πετριτσίου, το Λουτράκι, του Λουτρακίου, το Πλατύ, του Πλατέος.

Και ακόμη θα ήθελα εδώ να τονίσω ότι ο καλός χειριστής του νεοελληνικού λόγου πρέπει να αποφεύγει εκείνη τη συνηθισμένη δυστυχώς σήμερα σπασμωδική συγκόλληση λόγιας δομής με καταλήξεις δημοτικές. Διότι μια τέτοια σύνταξη γεννά στο λόγο εμπλοκή, αρρυθμία και αποτέλεσμα αντιαισθητικό: περί ενσωμάτωσης, επί κυβέρνησης Καραμανλή, τα περί παραίτησης στερούνται υπόστασης, εν όψει επίθεσης, αντί: περί ενσωματώσεως κ.τ.λ.

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που παρουσιάζει η γενική πτώση στη νεοελληνική γλώσσα. Και σχεδόν όλα ξεπερνιούνται μόνο με τη χρήση λόγιων τύπων. Διότι η γενική πτώση στη γλώσσα μας, σε κάποιες περιπτώσεις αποτελεί λόγιο στοιχείο και όντως μπερδεύει εκείνους που έχουν μάλλον μικρή μόρφωση.

Ομως είναι απαραίτητο στοιχείο για την εξυπηρέτησή μας στο λόγο. Και η εξυπηρέτηση γίνεται με τη βοήθεια από τη λόγια γλώσσα. Αλλιώς δε γίνεται. Γιατί αλλιώς καταλήγομε σε εκχυδαϊσμό και σε εκβαρβάρωση. Εκβαρβάρωση που, εκτός από τις βίαιες γραμματικές προσαρμογές, τη δημιουργούν ακόμη και οι παρατονισμοί, οι χονδροειδείς ανορθογραφίες, οι στρεβλές διατυπώσεις, που συχνά ακούγονται από εκφωνητές ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, που ο λόγος τους φτάνει στα πέρατα της χώρας, από ανακοινώσεις που κάνουν επίσημα πρόσωπα σε συλλόγους... Ακούγονται σε ομιλίες πολιτικών ή φοιτητών σε συγκεντρώσεις. Ή γράφονται σε εφημερίδες και περιοδικά, σε επιστημονικά συγγράμματα, σε ανακοινώσεις, σε έγγραφα διοικήσεως... από ανθρώπους που, λόγω της θέσεώς τους, επηρεάζουν γλωσσικώς εκατομμύρια Ελλήνων.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η νεοελληνική γλώσσα έχει πίσω της μια μακρόχρονη ιστορία, από την οποία δεν μπορεί αλλά και ούτε είναι λογικό ή και ορθό να αποκοπεί. Εχει βέβαια επικρατήσει πια η δημοτική μορφή της, και στην επίσημη ομιλία και στο γραπτό και επιστημονικό λόγο· η γραμματική της και η σύνταξή της είναι γενικώς σε νεοελληνική μορφή χωρίς εξεζητημένους αρχαϊσμούς. Οπωσδήποτε όμως, εξαιτίας ακριβώς της μακρόχρονης ιστορίας της, εξακολουθεί να φέρει μέσα της και κάποια λόγια στοιχεία, που όχι μόνο δεν ενοχλούν, αλλά αντιθέως αυξάνουν την εκφραστική της ικανότητα· την κάνουν ευρύχωρη γλώσσα και κατάλληλη για επιστήμες ή και για δημιουργία ειδικού ύφους π.χ. ύφους ειδησεογραφικού, γραφειοκρατικού, θεολογικού... Εξάλλου κάθε μορφωμένος σήμερα χρησιμοποιεί στο λόγο του, εντελώς αβίαστα και φυσικά, αρκετά στοιχεία από παλαιότερες μορφές της γλώσσας μας, που δεν ταράζουν την ομοιομορφία της, αλλά αντιθέτως της δίνουν ποικιλία και εκφραστικότητα.

Ας εξηγηθεί ότι, όταν λέμε νεοελληνική γλώσσα, εννοούμε τη γλώσσα που μιλιέται σήμερα στην Ελλάδα από τους κάπως μορφωμένους στις κάπως μεγάλες πόλεις. Υπάρχουν βέβαια και τα ιδιώματα.

Το να αποστειρώνομε λοιπόν το λόγο μας από λογιογενή ή λογιοσχημάτιστα στοιχεία είναι ανόητο. Γιατί τότε η γλώσσα μας καταντά πενιχρή, ανάπηρη και βαδίζει τρικλίζοντας.

Σημείωση 1: Ως κλητική στην περίπτωση αυτή συνήθως χρησιμοποιείται τύπος όμοιος με την ονομαστική: Ελάτε, κυρία νομάρχης. Υπογράψτε, κυρία διευθυντής