Όταν η αρχαιολογική σκαπάνη έφερ

 

Εφημερίδα  ΠΑΤΡΙΣ  Ηρακλείου Κρήτης 17-1-2011

Αλέκος Α. Ανδρικάκης

Όταν η αρχαιολογική σκαπάνη έφερνε στο φως το ανάκτορο της Φαιστού
 

Μια έκθεση του μεγάλου αρχαιολόγου Στέφανου Ξανθουδίδη, τον Οκτώβριο του 1906

Όταν η αρχαιολογική σκαπάνη έφερνε στο φως το ανάκτορο της Φαιστού


Με την αυγή του 20ου αιώνα, λίγο μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τον τουρκικό ζυγό, στο νησί άρχισαν συστηματικές ανασκαφές προκειμένου να έλθουν στο φως όλα τα στοιχεία του αρχαίου πολιτισμού που περιέγραφαν οι κλασικοί συγγραφείς και τα οποία ο χρόνος είχε κρύψει καλά μέσα στην κρητική γη. Τότε άρχισαν από τον Έβανς οι μεγάλης έκτασης ανασκαφές στην περιοχή της Κνωσού, που έκαναν γνωστή την περιοχή σʼ ολόκληρο τον κόσμο. Την ίδια περίοδο η ιταλική αρχαιολογική αποστολή εργαζόταν στην περιοχή της Φαιστού, της Αγίας Τριάδας και του Πρινιά. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1900 υπό τη διεύθυνση του Federico Halbherr και συνεχίστηκαν από τους Luigi Pernier και D. Levi. Το 1908 ήλθε στο φως και ο περίφημος Δίσκος της Φαιστού.
Την 1η Οκτωβρίου 1906 ο μεγάλος αρχαιολόγος και μεσαιωνοδίφης, έφορος αρχαιοτήτων της Κρητικής Πολιτείας, τότε, Στέφανος Ξανθουδίδης, συνιδρυτής με τον Ιωσήφ Χατζιδάκη του Aρχαιολογικού Mουσείου Ηρακλείου, δημοσίευε μια έκθεση για τις ανασκαφές εκείνης της χρονιάς. Ο Ξανθουδίδης είχε πάρει τις σχετικές αναφορές από τον Luigi Pernier. Το κείμενό του, με ημερομηνία 1 Οκτωβρίου 1906, δημοσιεύτηκε στα «Παναθήναια» και αναδημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Κρητική Αρχαιολογική Εφημερίς» που εξέδιδε εκείνη την περίοδο στο Ηράκλειο ο πρώτος ανασκαφέας της Κνωσού Μίνως Καλοκαιρινός. Την έκθεση εντοπίσαμε στην «Κρητική Αρχαιολογική Εφημερίδα» της Τετάρτης 15 Νοεμβρίου 1906, αντίγραφο της οποίας φυλάσσεται στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου.
Η Φαιστός ήταν η δεύτερη σημαντική πόλη της Κρήτης μετά απʼ αυτήν την Κνωσού. Η μυθολογία αναφέρει ότι στο βασίλειο της βασίλεψε η δυναστεία του Ραδάμανθυ, γιού του Δία και αδελφού του Μίνωα. Το πρώτο ανάκτορο αναπτύχθηκε από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους και καταστράφηκε από το μεγάλο σεισμό του 1450 π.Χ., που ουσιαστικά προκάλεσε και το μεγάλο πλήγμα στον Μινωικό Πολιτισμό. Πάνω στα ερείπια του παλιού ανακτόρου κτίστηκε ένα νέο, όπως απέδειξαν οι ανασκαφές της ιταλικής αποστολής κατά τις αρχές του 20ου αιώνα. Στην κοντινή Αγία Τριάδα υπήρχε η έπαυλη των βασιλέων της Φαιστού.
Ο Στέφανος Ξανθουδίδης γεννήθηκε το 1864 στο Αβδού και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Αρχικά δίδαξε στο Γυμνάσιο της Νεάπολης και το Κρητικόν Γυμνάσιον του Ηρακλείου. Ήταν μέλος του «Φιλεκπαιδετικού Συλλόγου» και συνεργάστηκε στενά με μια άλλη μεγάλη μορφή της κρητικής αρχαιολογίας, τον γιατρό και πολιτικό Ιωσήφ Χατζιδάκη. Το 1899 διορίστηκε από την Κρητική Πολιτεία έφορος αρχαιοτήτων Κρήτης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1915, προσφέροντας σημαντικά στις ανασκαφές στο νησί. Στη συνέχεια, και μέχρι το 1923, ήταν έφορος στη 10η αρχαιολογική περιφέρεια, ενώ από το 1923, μέχρι το θάνατό του, το 1928, ήταν διευθυντής στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου. Το 1918, με την ίδρυση της έδρας Μεσαιωνικής Ελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, του δόθηκε η θέση χωρίς καν να υποβάλει αίτηση.
Ασχολήθηκε συστηματικά με τη μεσαιωνική ιστορία του νησιού, κυρίως, δηλαδή, την περίοδο της Ενετοκρατίας, αλλά και τη γλώσσα. Το 1909 εξέδωσε την επίτομη «Ιστορία της Κρήτης από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθʼ ημάς», ενώ στη φιλολογική του προσφορά κορυφαία έργα θεωρούνται οι εκδόσεις του «Ερωτόκριτου» το 1915, του «Φορτουνάτου», της «Ερωφίλης».
Αλέκος Α. Ανδρικάκης
andrikakis@ patris.gr
 
Αι ανασκαφαί εις Φαιστόν και Πρινιάν
 

Αρχαιολογικά εκ Κρήτης


Αι ανασκαφαί αύται εγένοντο υπό του κ. Luigi Pernier μέλους της Ιταλικής Αρχαιολογικής Αποστολής εν Κρήτη κατά το έαρ και το θέρος του έτους τούτου. Τα αποτελέσματα αυτών κατά σημείωσιν αυτού του κ. Pernier λίαν ευγενώς παραχωρηθείσαν μοι, είναι τα εξής.
Αι εν Φαιστώ ανασκαφαί εγένοντο: αʼ εις την μεσημβρινήν κλιτύν της ακροπόλεως, εφʼ ης εγείρεται το ανάκτορον, βʼ εις το υπέδαφος του Μυκυναϊκού ανακτόρου.
Η μεσημβρινή κλιτύς της ακροπόλεως ανασκάφη εφέτος εντελώς μέχρι του φυσικού εδάφους, ανεγνωρίσθησαν δε λείψανα οικοδομών ανηκουσών εις τέσσαρας τουλάχιστον ευδιακρίτους εποχάς.
1) Εις την προμυκηναϊκήν εποχήν “Μεσομινωϊκή εποχή κατά το τέλος) ανήκουσι λείψανά τινα οικιών εκτισμένων επί του βράχου με τοίχους εξ ακατεργάστων λίθων συνδεδεμένων διά γηίνου πηλού. Τινές των οικιών τούτων έχουσιν έδαφος εκ γυψίνων πλακών. Εκ του στρώματος τούτου προέρχονται τεμάχια κονιάματος χρωματισμού και αγγεία του τελευταίου Καμαραϊκού ρυθμού.
2) Εις την Μυκηναϊκήν εποχήν (Τελευταία Μινωική) ανήκουν μεγάλοι κανονικοί τοίχοι παράλληλοι προς την μεσημβρινήν πλευράν του τελευταίου ανακτόρου και αποτελούντες αναπόσπαστον αυτού μέρος. Και πράγματι χρησιμεύουσιν ως αντιρίδες και στηρίγματα της νοτίας πλευράς του ανακτόρου, ήτις εν μέρει έχει οικοδομηθή επί τεχνιτού ισοπέδου. Εις το στρώμα τούτο ανήκουσιν πολλά τεμάχια χρωματιστών αγγείων μυκυναϊκών λαμπτήρ εκ στεατίτου γλυπτός και μικρά πηλίνη καλυβοειδής πυξίς Urna Capanna.
3) Εις την ελληνικήν εποχήν ανήκουσι τα λείψανα ναΐσκου (9,22Χ5,12) εκτισμένου μεταξύ των μυκηναϊκών τοίχων εις τας πτυχάς της κλιτύος· εκ τούτου προέρχονται τεμάχια ασπίδων και λεβήτων εξ ελασμάτων ορειχαλκίνων εκκρούστων.
4) Εις την ελληνορωμαϊκήν εποχήν ανήκουσι τέλος διάφορα τοιχία χονδροειδή επικτισθέντα κατά ποικίλας διευθύνσεις επί των προγενεστέρων κτιρίων.
Αι σκαφαί εις το υπέδαφος του Μυκηναϊκού ανακτόρου εγένοντο.
αʼ) Ανατολικώς της ανατολικής στοάς της κεντρικής αυλής (στοά 65 εν τω σχεδίω των Ιταλών). Ενταύθα ανεκαλύφθη μικρά Κλίμαξ, διʼ ης ανήρχοντο εις τα δωμάτια τα κείμενα προς ανατολάς εις επιφάνειαν υψηλοτέραν κατά 0,60. Τα ειρημένα δωμάτια ήσαν άρα εν χρήσει συγχρόνως με την μεγάλην αυλήν του Μυκην. ανακτόρου (40) και απετέλουν μέρος τούτου. Νοτίως του δωματίου 63 ανεκαλύφθησαν τα θεμέλια άλλων δωματίων κτισμένων επί του βράχου. Μεταξύ των χωμάτων της επιχώσεως ευρίσκοντο πολλά τεμάχια Μυκηναϊκών αγγείων, εν ρυτόν πήλινον εν σχήματι ανδρικής κεφαλής γραπτής, εν άλλο έχον σχήμα κεφαλής βοός, τρίτον καρδιόσχημον με διακόσμησιν γραπτήν, μέλαιναν εκ θαλασσίων οργανισμών (κοράλλια, ναυτίλοι), αγγεία τινά λίθινα και διάφορα εργαλεία ορειχάλκινα.
βʼ) Προς ανατολάς του προπυλαίου 3· παρά την δυτικήν αυλήν. Εις τους αποκαλυφθέντας τοίχους ευρέθησαν αι είσοδοι εις συστάδα δωματίων του πρώτου ανακτόρου (του Καμαραϊκού). Εκ του προπυλαίου μεταβαίνει τις εις διάδρομον, όστις αποτελεί την είσοδον εις το αρχαιότερον ανάκτορον εκ του ΝΔ μέρους. Τα ειρημένα δωμάτια έχουσι μικράς διαστάσεις και τοίχους αρκετά ισχυρούς είναι όθεν δώματα του ισογείου επί των οποίων υψώθησαν άλλα. Περιείχον ωραιοτάτους πίθους και λεπτά αγγεία του αρίστου Μεσομινωϊκού ή Καμαραϊκού ρυθμού· προς τούτοις ευρέθησαν ενταύθα ποικίλαι τράπεζαι σπονδών πήλιναι με επιφάνειαν στιλπνήν ερυθροβαφή, διάφορα τετράγωνα και ρομβοειδή τεμάχια εκ μάζης γηίνης λεπτοτάτης, τα οποία θα εχρησίμευον προς επένδυσιν επίπλου τινός ξυλίνου για μία μικρά κεφαλή πηλίνη χρωματισμένη κατά τον ρυθμόν των ειδωλίων του Πετσοφά.
γʼ) Προς αναγολάς της κατωτέρας δυτικής αυλής και του τοίχου των ορθοστατών ανεκαλύφθησαν πολλά μικρά δωμάτια με εδώλια κατά μήκος των τοίχων· τα δωμάτια είναι όμοια προς τα ανακαλυφθέντα υπό το πρόπυλον 3. Και επί τούτων των δωματίων ανυψούτο το ανώτερον έδαφος. Εις την κατασκευήν τινων εξ αυτών εγένετο χρήσις ωμών πλίνθων. Εν δωμάτιον προς νότον, εις ο εισήρχετο τις εκ του προπυλαίου 3, έχει επί του εδάφους πιεστήριον διά την έκθλιψιν ελαίου ή άλλου υγρού. Εντεύθεν προέρχονται κάλλιστα δείγματα Καμαραϊκών αγγείων, τινά των οποίων έχουσι λεπτότατα τοιχώματα και ανάγλυφον διακόσμησιν. ’ξιον σημειώσεως είναι δοχείον εκ στεατίτου επί των πλευρών του οποίου έχουσι χαραχθή τέσσερα πτηνά.
δʼ) Καθʼ όλην την έκτασιν του ανακτόρου εσκάφησαν μέχρι του φυσικού εδάφους πολλοί δοκιμαστικοί λάκκοι επί παραλλήλων γραμμών από βορρά προς νότον και απʼ ανατολών προς δυσμάς. Οι λάκκοι αυτοί μας εγνώρισαν την διεύθυνσιν του βράχου και την ποιότητα των αρχαιολογικών στρωμάτων των επικειμένων της Φαιστίας Ακροπόλεως. Ο βράχος κατέρχεται φυσικώς από βορρά προς νότον και εξ ανατολών προς δυσμάς· ούτως η μεγίστη συμπίεσις (depressione) ευρηται υπό το μέρος 50 του ανακτόρου. Ενταύθα υπό το Μυκηναϊκόν έδαφος απαντά στρώμα προμηκυναϊκόν παχύ περίπου 1,50 μέτρον και υποκάτω τούτου στρώμα νεολιθικόν, τον οποίον φθάνει βάθος άλλων 5 μέτρων από του εδάφους του αρχαιοτέρου ανακτόρου. Η κεντρική αυλή (40) και γειτονεύοντα δώματα προς δυσμάς επίκεινται αμέσως επί του νεολιθικού στρώματος. Τα δωμάτια προς βορράν και ΒΑ, της αυλή 40 έχουσιν ιδρυθή αμέσως επί του φυσικού βράχου.
Εις το ανάκτορον Φαιστού και εις το της Αγίας Τριάδος ή Ιταλική Αποστολή εξετέλεσε και έργα τινά ανακαινιστικά και στερεωτικά.
Αι ανασκαφαί Πρινιά εγένοντο εις διάφορα σημεία της λεγομένης Πατέλας του επιπέδου δηλ. της ακροπόλεως διά δοκιμαστικών λάκκων και απεκάλυψαν τα εξής:
1) Εις την νοτιοδυτικήν χώραν της Πατέλας μέγα οικοδόμημα τετράγωνον με τείχη πάχους 2,50 μέτρων εκ μικρών πελεκητών τετραγώνων λίθων και με τέσσαρας ισχυρούς πύργους εις τα γωνίας. Η είσοδος εις το οικοδόμημα, το οποίον πιθανώς είναι φρούριον, φαίνεται ότι ήτο κατά την ΝΑ γωνίαν. Κατά μήκος της μεσημβρινής πλευράς ο βράχος κατέρχεται καθέτως. Οι πύργοι είναι εκτισμένοι με ογκολίθους μεγάλους εις τα γωνίας και μικρούς εις τα λοιπά μέρη των τοίχων. Το υλικόν της οικοδομίας φαίνεται ότι απεσπάσθη εξ οικοδομημάτων της αρχαϊκής ελληνικής εποχής· και πράγματι εύρηνται εντετοιχισμένοι εν τω οικοδομήματι λίθοι τινές κοπέντες εκ μεγάλων ογκολίθων και περιέχοντες τεμάχια αρχαϊκών επιγραφών και μορφάς εγγεγλυμμένας αρχαϊκής εποχής. Ο ρυθμός της οικοδομίας και τα τεμάχια των πηλίνων αγγείων μάς δεικνύουσιν ότι το φρούριον ήτο εν χρήσει κατά την ελληνιστικήν εποχήν (2 και 3 αιώνα π.Χ.). Εκτός των ειρημένων ογκολίθων - μετʼ επιγραφών ευρέθη και τεμάχιον στήλης σωζούσης το κάτω μέρος προσώπου ενδεδυμένου ποδήρει χιτώνι και ισταμένου επί βάθρου (podium)· ο ρυθμός της μορφής ταύτης αναμιμνήσκει τον ρυθμόν μορφών τινων ζωγραφημένων επί της σαρκοφάγου της Αγίας Τριάδος. Εκ των πηλίνων αγγείων πολλά είναι βαμμένα με γάνωμα μέλαν στιλπνόν και μεταξύ αυτών τινά έχουσι μορφάς αναγλύφους· άλλα αγγεία πήλινα ερυθρόχροα φέρουσιν εγχάρακτα εις τους ώμους το όνομα ΑΘΗNΑΙC. Εντός του φρουρίου και ειδικώς εκτός και πλησίον της ΝΑ γωνίας συνελέγησαν αιχμαί τινές δοράτων και βέλη σιδηρά. Όμοια αντικείμενα ευρέθησαν εις τους πλησίον αγρούς εις τους δοκιμαστικούς λάκκους.
Εις την ανατολικήν χώραν της Ακροπόλεως εις αγρόν συνορεύοντα προς την ιδιοκτησίαν Ζερβογιάννη, οπόθεν προέρχονται τα πήλινα είδωλα τα δημοσιευθέντα υπό του Wide· αι δοκιμαί απήντησαν λείψανά τινα ιδιωτικών οικιών αρχαϊκής ελληνικής εποχής περιέχοντα ωραιοτάτους πίθους με οριζοντίας ταινίας κοσμημένας διʼ αναγλύφου κόσμου και τεμάχια αγγείων του γεωμετρικού ρυθμού εν μια των οικιών ευρέθη επιγραφή αρχαϊκή ελληνική με δύο σειράς γραμμάτων, εν αις ίσως μνημονεύεται το όνομα της πόλεως Ριζηνίας.
Τέλος εις τους αγρούς του Ζερβογιάννη αι δοκιμαί απεκάλυψαν εις ελάχιστον βάθος δίκτυον οικοδομημάτων της αρχαϊκής ελλ. εποχής, περιέχοντα αγγεία και άλλα αντικείμενα πήλινα, ορειχάλκινα και σιδηρά. Μεταξύ των πηλίνων είναι αξιοσημείωτα είδωλά τινα και διάφορα τεμάχια καλλίστων πίθων με ταινίας φερούσας ανάγλυφα κοσμήματα. Επί τινος των αναγλύφων αυτών ορώνται ιππείς και δίφροι με κύνας καταδιώκοντας αιγάγρους και πετόμενα πτηνά. Επί τινος άλλου ορώνται δύο Σφίγγες αντιμέτωποι κατά τρόπον οικοσήμου εκατέρωθεν ανθεμίου.
Εν Ηρακλείω 1 Οκτωβρίου 1906.
Στέφανος Ξανθουδίδης